Δευτέρα 21 Ιουλίου 2008

Ακροβατώντας στις Κροκάλες του Πεπρωμένου




Στην Ακτή
Ιαν ΜακΓιούαν
Μετάφραση: Ελένη Ηλιοπούλου
Εκδόσεις Πατάκη, 2007
Σελίδες 217, 13,20 €






Ο Ιαν ΜακΓιούαν, αυτός ο σχεδόν αστυνομικός συγγραφέας, μπορεί σε αυτό το ευαίσθητο βιβλίο να γίνεται τρυφερός και σκληρός μαζί. Παρατηρητικός και απόμακρος, αισιόδοξος και απαισιόδοξος, μας διηγείται για εκείνο το ζευγάρι των κάπως αλλόκοτων και ντροπαλών νέων που, τότε το 1962, σε μια άλλη Αγγλία που ακούγεται απόμακρα από το ραδιόφωνο, θέλει να γιορτάσει την πρώτη νύχτα του γάμου του σε ένα ξενοδοχείο, στην ακτή (τη Chesil Beach, με τις αρχαίες κροκάλες, όπως είναι ο πρωτότυπος τίτλος του βιβλίου).



Και τα πράγματα ανάμεσα τους πάνε καλά, αλλά όχι για πολύ. Οι χαμένες ευκαιρίες θα τους στοιχειώνουν για όλη τους τη ζωή, όπως εμάς, που μας βασανίζουν κυρίως αυτά που δεν κάναμε -- και μόνον σπάνια εκείνα που κάναμε, μα που δεν θάπρεπε. Αυτό το βιβλίο είναι η ελεγεία των χαμένων ευκαιριών.



Όμως ο κάθε άνθρωπος είναι αυτό που είναι και δύσκολα γίνεται κάτι άλλο -- δηλαδή ένας συστηματικός κυνηγός ευκαιριών. Συνήθως ξεδιπλώνει τη φύση του, όποια κι αν είναι αυτή. Αυτή την φύση περιγράφει με μαεστρία και την πλέκει σαν λεπτή άσπρη δαντέλα ο ΜακΓιούαν, στην Ακτή. Δεν χάνει ούτε ανάσα, ούτε ένα τρίξιμο των ξύλων του πατώματος. Σε αυτό το διήγημα έχεις την αίσθηση ότι ο χρόνος διαστέλλεται, ή σταματάει, πριν πάρει ξανά την ξέφρενη ρότα του.



Είναι τόσο καλό αυτό το διήγημα (το οποίο, σε αντίθεση με την Εξιλέωση, δεν θα μπορούσε εύκολα να γίνει ταινία) που αντέχει ακόμη και την μέτρια μετάφραση. Όποιος έχει διαβάσει τον ΜακΓιούαν στο πρωτότυπο, θα διαπιστώσει ότι η γλώσσα του είναι απατηλά απλή, και το ύφος του ακροβατεί ανάμεσα στο ποιητικό, το καθημερινό και το επίσημο, το σχεδόν άκαμπτο στιλ άλλων εποχών. Αυτό στη μετάφραση παρουσιάζει δυσκολίες, και για να ξεπεραστούν θέλει μεγάλη μαστοριά. Θα άξιζε στην Ακτή μια καλύτερη μεταχείριση, κάτι που δεν μπόρεσε να δώσει η μεταφράστρια.



Όμως όπως και νάχει (σε μερικά σημεία το χέρι του μεταφραστή είναι βαρύ, σε άλλα σχεδόν αόρατο), όταν διαβάζουμε την Ακτή εκείνο που κυρίως μας ενδιαφέρει είναι να δούμε τι θα συμβεί ανάμεσα σ' αυτούς τους δυο νέους, και να συναισθανθούμε τους χαρακτήρες, που είναι λίγο σαν και μας -- αλλά μήπως δεν είναι λίγο σαν και μας, μα πολύ; Και βλέπουμε αυτή τη μεταστροφή που μπορεί να συμβεί, μέσα σε μία στιγμή, σε όλους μας: από το «καλύτερο για μένα – για μάς...» στο «δεν αντέχω άλλο!, και γαία πυρί μιχθήτω!». Και αυτή η στιγμή είναι «ο κόσμος όλος», όντας ικανή να αλλάξει μια ολόκληρη ζωή.

Κυριακή 29 Ιουνίου 2008

Το Άγιο Όρος στο Μικροσκόπιο




μ.Χ.
Βασίλης Αλεξάκης
Εξάντας, 2007
Σελίδες 339, 18
€


Καταιγισμός πληροφοριών, συναίσθημα με ρέγουλα, μέτρια πλοκή, ένα ενδιαφέρον θέμα, ένας μάλλον άτσαλος χειρισμός, ένα βραβείο της Γαλλικής Ακαδημίας. Ο Βασιλης Αλεξάκης, γενικά καλός μάστορας του λόγου, μια από ‘δω, μια από ‘κει πραγματεύεται το πολύ δύσκολο θέμα του Αγίου Όρους και του μοναχισμού. Το «περιβόλι της Παναγίας», ένας ευλογημένος τόπος που για χρόνια έχει κρατήσει άσβεστη την Ορθοδοξία , και τις αντιφάσεις της, βρίσκεται στο αναλυτικό, δυτικότροπο στόχαστρο του Αλεξάκη.

Η ιστορία είναι απλή. Ένας φοιτητής από την Τήνο, οικότροφος σε μια τυφλή δέσποινα των ενενήντα ετών, αναλαμβάνει απ΄ αυτήν την αποστολή να μάθει τα πάντα για το Αγιο Όρος. Γιατί όμως μια γιαγιά στα τέλη του βίου της να έχει τόσο ζωηρό ενδιαφέρον; Διότι ο αδελφός της, εδώ και πενήντα χρόνια ασπάστηκε τον μοναχισμό και κατέφυγε στο Όρος και από τότε δεν άκουσε τίποτε από αυτόν.

Ο ήρωας μας λοιπόν ξεκινάει αυτό το μακρύ οδοιπορικό που θα τον φέρει στο Άγιο Όρος. Στην πορεία του αυτή θα μάθει πάμπολλα γι’ αυτόν τον τόπο, τα περισσότερα σε ένα αρνητικό φως, τα οποία και θα καταγράψει και θα μας τα μεταφέρει, όπως για παράδειγμα την φοβερή μάχη μεταξύ των μοναχών της Μονής Εσφιγμένου, και τους άλλους ιερούς πατέρες, ένα πραγματικό ματοβαμμένο περιστατικό που συνέβη στ΄ αλήθεια στις Καρυές εδώ και μερικά χρόνια.

Η αφήγηση του μυθιστορήματος είναι σε πρώτο πρόσωπο· παρόλο όμως ότι ο αφηγητής είναι μόλις 24 ετών, η φωνή του είναι ενός εξηντάρη, και πολλές φορές ενεργεί κάπως αλλόκοτα -- παρακλάδι ίσως του γεγονότος ότι ο χαρακτήρας του δεν σκιαγραφείται επαρκώς.

Όπως και νάχει το πράγμα, το μυθιστόρημα του Β. Αλεξάκη ταράζει τα νερά, αλλά φοβάμαι ότι δεν δίνει τις ευκαιρίες για διάλογο και γόνιμο προβληματισμό. Μου άρεσαν μερικά του κομμάτια, όμως επειδή έχω επισκεφθεί τις μονές που αναφέρει, δεν διάβασα τίποτα που να μεταφέρει την μεγαλοπρέπεια της Μονής Ιβήρων, ή τον μυστικισμό της λειτουργίας στο Βατοπέδι. Ναι, μπορεί σε πρώτη όψη να φαίνεται σπάταλη το να ανακαινίζονται αυτά τα κτίρια που δεν θα κατοικηθούν ποτέ, όταν υπάρχουν τόσες ελλείψεις την χώρα. Όμως το ίδιο μπορεί να πει κάνεις για την Ακρόπολη, ή τους Δελφούς, μνημεία του πολιτισμού μας, που μας κάνουν καλύτερους και μας δίνουν ένα σταθερό σημείο αναφοράς. Ένα σημείο αναφοράς, που αν οι λαοί και τα έθνη δεν το έχουν (έστω με κόστος) τότε κλονίζονται.

Παρασκευή 23 Μαΐου 2008

Η Σκοτεινή Πλευρά του Καλλιτέχνη

Ο Βασίλειος Μαρκεζίνης στο Megaron Plus

Ο γιος του παλιού πολιτικού Σπύρου Μαρκεζίνη, Βασίλειος, είναι ένας πολύ σημαντικός νομικός με διεθνή απήχηση. Ζει στην Αγγλία και μας επισκέπτεται κατά καιρούς, ανήκοντας και στο Διοικητικό Συμβούλιο του Κοινωφελούς Ιδρύματος "Αλέξανδρος Ωνάσης". Εδώ και λίγο καιρό, ο (σερ) Βασίλειος Μαρκεζίνης έδωσε μία συναρπαστική ομιλία στο Megaron Plus, χάρις στη χορηγία του Ιδρύματος Ωνάση.

Όχι, δεν μίλησε για την Διεθνή Νομοθεσία, ή την Παγκόσμια Τάξη Πραγμάτων, με τα οποία έχει άλλοτε καταπιαστεί. Είπε για την σκοτεινή πλευρά του καλλιτέχνη. Για την προσωπικότητά του και πώς αυτή επηρεάζει το έργο του. Αναφέρθηκε κυρίως στον Νταβίντ, στον Μπερνίνι και στον Μότσαρτ, και πολύ ανάγλυφα συσχέτισε τις λεπτομέρειες και την άποψη στα έργα τους με την ζωή τους. Όπως για παράδειγμα στον περίφημο πίνακα του Νταβίντ "Ο Θάνατος του Σωκράτη", όπου διακρίνονται και οι λανθάνουσες ομοφυλοφιλικές τάσεις του ζωγράφου, αλλά και ο δευτερεύων ρόλος της γυναίκας.






Διακρίνονται, αρκεί να μπορείς να τις δεις και να τις ερμηνεύσεις. Και για να το κάνεις αυτό πρέπει να ξέρεις στοιχεία και λεπτομέρειες από την ζωή του καλλιτέχνη. 'Οπως για παράδειγμα ότι ο Νταβίντ ήταν μία σημαντική φυσιογνωμία της γαλλικής επανάστασης και ο περίφημος πίνακάς του για την δολοφονία του Μαρά είναι μία πολύ ωραιοποιημένη εκδοχή των πραγμάτων, δηλαδή προπαγάνδα.





Αυτές οι λεπτομέρειες, που δεν είναι ασήμαντο κουτσομπολιό, είναι απαραίτητες για την κατανόηση του έργου του κάθε καλλιτέχνη. Όπως π.χ. ο αισθησιασμός του Μπερνίνι, που θα ήταν αδύνατον να εκφραστεί έτσι, αν δεν αποτελούσε ένα κεντρικό κομμάτι της πολυτάραχης ζωής του.




Γοητευτικός ο Βασίλειος Μαρκεζίνης, με μεγάλο εύρος και βάθος γνώσεων, ήταν μία αναγεννησιακή φιγούρα που ανέβηκε στη σκηνή του Μεγάρου και μας μάγεψε για δύο περίπου ώρες. Δυο ώρες στις οποίες το ακροατήριο κρεμόταν από τα χείλη του και που κύλησαν σαν νερό.

Δευτέρα 14 Απριλίου 2008

Βιολογικός Βίος Αβίωτος

Next
Michael Crichton
Harper Collins Publishers, 2006
Σελίδες: 400, Τιμή: 15 €

Ο Michael Crichton δεν υπήρξε ποτέ λογοτέχνης, ούτε ο ίδιος τρέφει παρόμοιες ψευδαισθήσεις. Είναι βαθιά ριζωμένος στην κοινωνία του θεάματος και τα βιβλία του έχουν πουλήσει εκατομμύρια αντίτυπα, αλλά έχουν γίνει και πολύ επιτυχημένες (εμπορικά πάντα) ταινίες: Αποκαλύψεις, Jurassic Park, το Σύνδρομο της Ανδρομέδας είναι μόνον μερικές από αυτές. Πρόκειται για ταινίες δράσης που χαρακτηρίζονται από σχετικά επίπεδους χαρακτήρες και από μία έντονη πλοκή για κάποιο τεχνολογικό, ή επιστημονικό ζήτημα αιχμής, χωρίς πάντα να διεκδικούν δάφνες αληθοφάνειας. Στο Next (ή Μετά, όπως έχει χλιαρά αποδοθεί στα ελληνικά) ο Crichton ασχολείται με την βιοτεχνολογία, ένα θέμα επίκαιρο και ενδιαφέρον, για το οποίο ελάχιστα πράγματα γνωρίζουμε.

Εδώ δεν ξεσηκώνει θύελλα διαμαρτυριών, όπως στο προηγούμενο βιβλίο του, το State of Fear, όπου είχε αμφισβητήσει την κλιματική αλλαγή, αλλά καταπιάνεται με πολλά: με εταιρίες που χρησιμοποιούν κύτταρα ανθρώπων με ειδικά θεραπευτικά χαρακτηριστικά, τα οποία τα έχουν κατοχυρώσει και δεν ανήκουν πλέον στους ανθρώπους, από τους οποίους προέρχονται· με πιθήκους που μιλούν και έχουν ξαμοληθεί στην ζούγκλα, όπου τους κυνηγούν αδίστακτοι δημοσιογράφοι για την πρωτιά της είδησης· με ιούς που βγαίνουν από τα εργαστήρια και αλλάζουν την προσωπικότητα των ανθρώπων πολύ περισσότερα από ένα απλό (απλό;) Prozac, όχι όμως χωρίς σοβαρές παρενέργειες.

Άγρια πράγματα, πολύ έξω από την καθημερινή εμπειρία και πληροφόρηση του μέσου ανθρώπου. Όπως εκείνο το ότι οι εταιρίες έχουν πατεντάρει το ανθρώπινο γονιδίωμα, δηλαδή ειδικά γονίδια -- κάτι που είναι ηθικά και πολιτικά απαράδεκτο -- κάτω από την απειλή ότι η έρευνα δεν προχωράει χωρίς ένα ισχυρό οικονομικό κίνητρο, κάτι που ακόμη και ο εικονοκλάστης (και μερικές φορές προκλητικός) Crichton δεν το αποδέχεται.

Το Next είναι πολύ λιγότερο απίθανο από την δημιουργία δεινοσαύρων από το DNA τους. Είναι η φιλόδοξη προσπάθεια του Crichton να εκθέσει τα σημαντικά προβλήματα του συστήματος κατοχύρωσης πνευματικής ιδιοκτησίας στην βιοτεχνολογία στις ΗΠΑ, όπου το ένα πέμπτο των γονιδίων μας ανήκει σε κάποιους άλλους. Και υπάρχουν πολλά νήματα στην πλοκή του Next: ο βιοεπιστήμονας που έχει ανακατέψει υλικό από χιμπαντζή και άνθρωπο, και το κατασκεύασμα του μοιάζει με άνθρωπο (άλλωστε άνθρωπος και χιμπατζής διαφέρουν μόνο σε 400 γονίδια, αλλά ξέρουμε πού είναι η κρίσιμη διαφορά;), ο Gerard, ο γενετικά μεταλλαγμένος παπαγάλος με χιούμορ και από τους πιο ενδιαφέροντες ήρωες του βιβλίου, ο άνθρωπος που διαθέτει γονίδια με τεραστία εμπορική αξία, και τον οποίον κυνηγούν για να τα εκμεταλλευτούν. Όλα αυτά τα νήματα ενώνονται στο τέλος, όχι ακριβώς με έναν πιστευτό τρόπο, υπάρχει όμως αρκετή δράση που σε κάνει να ξεχνάς τις λεπτομέρειες της συνέπειας.

Στο Next φαίνεται ότι όλα αυτά τα αλλόκοτα είναι πολύ κοντύτερά μας απ’ ότι νομίζαμε. Μάλιστα μερικά από αυτά είναι ήδη εδώ.






Τρίτη 25 Δεκεμβρίου 2007

Η Δύναμη της Αφήγησης

Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν
Πεσμαζόγλου 5
Νόρντοστ, του Τόρστεν Μπουχστάινερ

Σκηνοθεσία: Ν. Χατζόπουλος

Παίζουν: Μ. Παπαδημητρίου, Αλ. Σακελλαροπούλου, Σ. Σεϊρλή

Διάρκεια: 90'




Το θέατρο; Μια παρωχημένη ιστορία. Ένα μέρος που πάνε οι γέροι, ή σε κάθε περίπτωση οι μεσήλικες, για να δούνε τι; Κάτι που μπορεί να δείξει καλύτερα ο κινηματογράφος, η τηλεόραση, το βίντεο. Κάτι παλιομοδίτικο. Πιο κοντά την τραγωδία, στην αρχαιότητα, παρά στις μέρες μας. Λάθος. Αν πιστεύετε κάτι τέτοιο πηγαίνετε τώρα στο υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης, στη Στοά του Βιβλίου και δείτε το Νορντοστ. Το σκηνικό λιτό – τρεις άσπρες καρέκλες. Οι ηθοποιοί: τρεις γυναίκες που βρίσκονται σχεδόν σε όλη τη διάρκεια του έργου στη σκηνή. Και τι λένε; Αφηγούνται μια ιστορία, ένα πραγματικό γεγονός, φριχτό αφ αυτού. Τότε, το 2002, όταν γύρω στους 40 Τσετσένους αντάρτες (άντρες και γυναίκες) μπήκαν στο θέατρο Ντουμπρόβκα της Μόσχας, που έπαιζε το μιούζικαλ Νόρντοστ, και κράτησαν ομήρους 800 ανθρώπους, θεατές και ηθοποιούς για τρεις μέρες, μέχρι που οι ρώσικες δυνάμεις ασφαλείας, που αν υπήρχε Νόμπελ βαρβαρότητας σίγουρα θα το κέρδιζαν, διοχέτευσαν ένα χημικό αέριο (ή αναισθητικό, κανείς δεν ξέρει μέχρι σήμερα), μπήκαν στο κτίριο και σκότωσαν όλους τους τρομοκράτες – εκτός από δυο που διέφυγαν – και 129 όμηρους.




Η μία είναι μια απλή γυναίκα, που όταν οι Ρώσοι σκοτώνουν τον άντρα της, γίνεται τρομοκράτισσα, μία «μαύρη χήρα» στην ομάδα του Μοβσάν Μπαράγιεφ, του αρχηγού αυτής της τρομοκρατικής ενέργειας. Η άλλη είναι γιατρός, που έχασε τον άντρα της (πρώτα ψυχικά και μετά σωματικά) εξαιτίας του πολέμου της Τσετσενίας. Και η τρίτη μία Ρωσίδα λογίστρια που πήγε μαζί με τον άντρα της να δει την παράσταση. Διηγούνται ταυτόχρονα την ιστορία, και με όλα τα αναγκαία φλας μπακ, που δεν κουράζουν.
Εξαιρετικό θεατρικό έργο του Τόρστεν Μπουχστάινερ, με μία μεγάλη μαεστρία αφήγησης που σε καθηλώνει. Νοιώθεις τον τρόμο και την αγωνία, μυρίζεις τον ιδρώτα, συναισθάνεσαι την άκρατη αναλγησία της κρατικής εξουσίας. Και οι τρεις γυναίκες, η Μάνια Παπαδημητρίου (η Τσετσένα παρασκευάστρια, και τρομοκράτισσα), η Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου (η Λετονή γιατρός), και η Σοφία Σεϊρλή (η Ρωσίδα λογίστρια) είναι η μία καλύτερη από την άλλη. Η σκηνοθεσία του Νίκου Χατζόπουλου λειτουργεί άψογα, χωρίς υπερβολές (που θα ήταν πειρασμός σε ένα τέτοιο έργο).
Μία φίλη, που έχει ζήσει στην Ρωσία αρκετά χρόνια και παρακολούθησε το έργο, μου έλεγε ότι οι Ρωσίδες και οι Τσετσένες ποτέ δεν θα χειρονομούσαν, ούτε θα μιλούσα έτσι. Σύμφωνοι, αλλά τότε το έργο θα ήταν ίσως τεχνικά λίγο πιο άψογο, αλλά συναισθηματικά πολύ πιο απόμακρο στον Έλληνα θεατή.

Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2007

Η Χαραμάδα στα Μεσάνυχτα του Νου


Ποιος Σκότωσε το Σκύλο τα Μεσάνυχτα

Μάρκ Χάντον
Ψυχογιός 2004
Μετάφραση: Άννα Παπασταύρου
Σελίδες: 305, Τιμή: 15 €






Ο αυτισμός είναι η ισόβια τύφλωση του νου. Όπως ο εκ γενετής τυφλός δεν μπορεί να καταλάβει την ένταση του κόκκινου, ή την γαλήνη του μπλε, έτσι και ένας άνθρωπος με αυτισμό δεν μπορεί να καταλάβει γιατί όλοι γύρω του έχουν σκέψεις, απόψεις και συναισθήματα, που μπορεί να διαφέρουν απ’ τις δικές του. Ζει σε έναν κόσμο ακατανόητο και αφιλόξενο -- και ως εκ τούτου εχθρικό. Έτσι ο αυτισμός, μία πάθηση εκ γενετής που εκδηλώνεται κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής, είναι μία τραγική κατάσταση. Συνήθως το μωρό μεγαλώνει φυσιολογικά, άλλα κατά τα 2 του χρόνια αρχίζει να κλείνεται, να αποφεύγει το βλέμμα των άλλων και να συμπεριφέρεται αλλόκοτα. Οι γονείς βλέπουν αυτή την τροπή και η χαρά τους γίνεται λύπη, πανικός και κατάθλιψη.

Η πάθηση έχει πολλαπλό νευρολογικό υπόβαθρο και χαρακτηρίζεται από μία τριάδα προβλημάτων: πρώτον από μία διαταραχή στις κοινωνικές σχέσεις και στην συναισθηματική εμπλοκή· δεύτερον από μία διαταραχή της επικοινωνίας (το 40% περίπου των αυτιστικών ατόμων δεν μιλάει ποτέ, δεν αναπτύσσει δηλαδή επικοινωνιακό λόγο· μπορεί δηλαδή μία μητέρα να μην ακούσει ποτέ την λέξη «μαμά» από τα χείλη του παιδιού της)· και τρίτον από μία διαταραχή της φαντασίας, δηλαδή ένα μονότονο και επαναληπτικό παιχνίδι, στερεότυπες κινήσεις και τελετουργίες, και μία δυσκαμψία και φόβο για οτιδήποτε καινούργιο, για κάθε αλλαγή.


Ο αυτισμός δεν θεραπεύεται. Η συμπεριφορά του ατόμου βελτιώνεται κάπως με την εκπαίδευση, οι βασικές όμως συμπεριφορές, αν και αμβλυμένες, παραμένουν. Ο αυτισμός, ή διάχυτη διαταραχή της ανάπτυξης όπως αποκαλείται επιστημονικά, με άγνωστη μέχρις στιγμής αιτιολογία (και παρόλο που το κουβάρι έχει αρχίσει να ξετυλίγεται, οι απόψεις είναι πολλές) δεν είναι μία πάθηση με ίδια πάντα συμπτώματα, αλλά ένα φάσμα. Στο ένα άκρο του φάσματος είναι άτομα που είναι αποσυρμένα και μπορεί να περάσουν όλη τη ζωή τους μεσ’ στην σιωπή, λικνίζοντας το σώμα τους πέρα-δώθε. Στο άλλο άκρο βρίσκονται μερικά χαρισματικά, αλλά «μονόχνοτα», σχεδόν φυσιολογικά άτομα με κάποια ιδιαίτερα χαρίσματα, όπως ο Μπιλ Γκέιτς, ο Νταίηβιντ Σπίλμπεργκ, ο Αϊνστάιν και ίσως ο Νεύτων.

Προς αυτό το άκρο του φάσματος βρίσκεται και ο Κρίστοφερ Μπουν, ο οποίος πάσχει από μία ήπια μορφή αυτισμού, το σύνδρομο Άσπεργκερ.Εκ πρώτης όψεως, ο Κρίστοφερ φαίνεται ως ο πλέον ακατάλληλος αφηγητής ενός λογοτεχνικού βιβλίου. Του αρέσει το κόκκινο χρώμα, αλλά απεχθάνεται το κίτρινο και το καφέ, και γι’ αυτό δεν τρώει καφέ πράγματα. Μετράει τα κόκκινα αυτοκίνητα που περνούν και όταν τα βρίσκει παραπάνω από 5, τότε αποφασίζει ότι πρόκειται για μία κακή μέρα, οπότε μπορεί να μην κάνει τίποτε και να μην φάει μπουκιά. Δεν θέλει να τον αγγίζουν καθόλου, και αυτό συμπεριλαμβάνει και τους γονείς του, γιατί τότε ενοχλείται και γίνεται εκρηκτικά βίαιος. Λατρεύει τα μαθηματικά, την λογική τετράγωνη σκέψη και την απόλυτη αλήθεια αλλά δεν καταλαβαίνει τους ανθρώπους και πώς αισθάνονται. Άρα πώς να τους περιγράψει σε ένα βιβλίο; Κι όμως το βιβλίο του Μάρκ Χάντον – ο οποίος δεν μιλάει εδώ για τον εαυτό του – το «Ποιος Σκότωσε Τον Σκύλο Τα Μεσάνυχτα» είναι μία συγκινητική αφήγηση. Παρόλο που οι περισσότερες φράσεις ξεκινάνε με ..«Και», και είναι επιφανειακά άνυδρες και μονότονες, το συνολικό αποτέλεσμα είναι τόσο σημαντικό, που ο Χάντον απέσπασε το αγγλικό βραβείο Γουίτμπρεντ, το οποίο απονέμεται σε σημαντικούς πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς.

Και τι συμβαίνει σε αυτή την ιστορία; Κάποιο βράδυ συμβαίνει ένα περίεργο γεγονός, φαινομενικά αποκομμένο από το καθετί. Ένας σκύλος βρίσκεται σκοτωμένος, τρυπημένος με μία τσουγκράνα, στον κήπο του γείτονα. Ο Κρίστοφερ, που ζει με την μητέρα του και αγαπά τα σκυλιά, αποφασίζει δύο πράγματα: πρώτο να διαλευκάνει το μυστήριο, να βρει τον δολοφόνο, και δεύτερο να γράψει ένα βιβλίο γι’ αυτό. Και η λογική του προσέγγιση θα τον βοηθήσει, αλλά στην πορεία θα ανακαλύψει ότι στον κόσμο των ενηλίκων ζουν πολλοί «σκελετοί στο ντουλάπι». Και παρόλο που οι μεταφορές, ακριβώς όπως αυτή, του φαίνονται ως ψέμα, θα προσπαθήσει να τους ανακαλύψει. Και παρόλο που ο κόσμος των μεγάλων τον αγχώνει αφάνταστα, θα εισχωρήσει σε αυτόν με μεγάλη αποφασιστικότητα, ανάμικτη με τρόμο. Και παρόλο που δεν έχει πάει ποτέ μόνος του πιο μακριά από το τέλος του δρόμου του, θα αποφασίσει να ταξιδέψει μακριά, γιατί εκεί τον οδηγούν τα ίχνη των ευρημάτων του. Και όταν βρει αυτά που ψάχνει θα τα καταγράψει και θα είναι ευχαριστημένος, γιατί μετά από όλα αυτά που κατάφερε θα μπορέσει πλέον να κάνει τα πάντα. Και αυτή θα είναι η μεγαλύτερή του κατάκτηση.


Επειδή πολλές φορές στο παρελθόν ο κινηματογράφος και ο λογοτεχνία έχουν εξιδανικεύσει τον αυτισμό, σε αυτό το βιβλίο φαίνεται ανάγλυφα και η τραγική του πλευρά. Η ζωή με ένα άτομο με αυτισμό μπορεί να είναι ανυπόφορη και απαιτεί θέληση και θυσίες. Επίσης, μπορεί ένα τέτοιο άτομο να έχει μερικά σπάνια χαρίσματα, όμως συνήθως δεν είναι σε θέση να τα απολαύσει -- τα ίδια, ή τα προνόμια που προκύπτουν από αυτά. Και βρίσκεται μονίμως σε ένα μεταίχμιο, ιδιαίτερα στις ηπιότερες περιπτώσεις του συνδρόμου Άσπεργκερ: καταλαβαίνει αρκετά καλά το πρόβλημά του, αλλά δεν μπορεί να κάνει τίποτε γι’ αυτό. Μία από τις σημαντικότερες συνεισφορές του βιβλίου είναι ότι ο αναγνώστης μπαίνει βαθιά μέσα στη σκέψη και στην συλλογιστική του Κρίστοφερ· και ίσως ώρες-ώρες να αναρωτιέται μήπως και αυτός έχει μερικά από τα χαρακτηριστικά του Κρίστοφερ, πράγμα που δείχνει ότι η στατιστική κανονικότητα στην συμπεριφορά των ανθρώπων είναι μία χίμαιρα -- και η απόκλισή της μία τρίχα παραπέρα.

Τρίτη 10 Ιουλίου 2007

Καλύτερες Παρουσιάσεις PowerPoint




Παρακολουθώντας τις ομιλίες στο Παρατηρητήριο τις προάλλες θυμήθηκα ότι τα ράσα δεν κάνουν τον παπά. Στην προκειμένη περίπτωση τα ράσα είναι το PowerPoint.

Οι πιο ενδιαφέρουσες ομιλίες ήταν αυτές που δεν πρόβαλαν τίποτα στην οθόνη, αλλά μόνον την ευρύτερη παιδεία και γνώση του ομιλητή: παραδείγματα ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης και ο Μίμης Ανδρουλάκης.


Όμως το PowerPoint είναι εδώ για να μείνει, και αφού δεν υπάρχει ελπίδα να απαλλαγούμε από αυτό, τουλάχιστον ας προσπαθήσουμε να κάνουμε τις παρουσιάσεις μας ενδιαφέρουσες. Κατά το δυνατόν.

Γι΄ αυτό έχω και έναν οδηγό παρουσιάσεων PowerPoint που είχα δημοσιεύσει παλιότερα στο RAM, αλλά που ακόμη θεωρώ επίκαιρο. Σας τον χαρίζω με τις καλύτερες ευχές μου για λιγότερα χασμουρητά στις σκοτεινές αίθουσες των παρουσιάσεών σας.