Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2009

Η Κοσμική Σούπα της Ζωής

Woody Allen Τριπλής Αποστάξεως




Διάρκεια: 92 λεπτά

Πρωταγωνιστουν:
Boris Yellnikoff: Larry David
Melody:
E
van Rachel Wood
Marietta:
Patricia Clarckson

John:
Edf Begley, Jr.

O Woody Allen επιστρέφει στο Μανχάταν, ακόμη κι αν αυτό παίζει δευτερεύοντα ρόλο. Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς, διότι τον πρώτο ρόλο τον παίζουν οι ηθοποιοί του, αλλά κυρίως οι ατάκες τους για την ζωή, και κυρίως την σημασία (ή όχι) της εξυπνάδας και της ηληθιότητας.

Από την μια ο εξηντάρης απόμαχος καθηγητής της κβαντομηχανικής, ο Μπόρις Γιέλνικοφ, χωρισμένος, απογοητευμένος από την ζωή και με μια αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας στο παθητικό του· τώρα διδάσκει σκάκι σε «ανόητα σκουλήκια», εμβρόντητα παιδάκια που δεν καταλαβαίνουν γιατί τους πετάει την σκακιέρα στο κεφάλι, όταν εκνευρίζεται με την «ηλιθιότητά» τους.

Από την άλλη, η Μέλοντυ Σαιντ Ανν Σελεστίν, μια εικοσάρα, ομορφούλα, ανοητούλα πιτσιρίκα από τις Νότιες Πολιτείες, που έφυγε από το σπίτι της γιατί δεν άντεχε την καταπίεση και ήρθε στο Μανχάταν για να βρει καταφύγιο. Εκεί πέφτει πάνω στον Γιέλνικοφ, και το απίθανο αυτό ζευγάρι ξεκινάει μια κοινή πορεία μεταμόρφωσης, όπως άλλωστε συμβαίνει σε πολλά έργα του Woody Allen. Μέχρι που εμφανίζεται η μητέρα της Μέλοντυ, βάζοντας σε κίνηση κάποια άλλα γρανάζια της τύχης.

Με δύο λέξεις, το έργο είναι πολύ καλό. Σε ορισμένους ίσως να μην αρέσει, και θα το θεωρήσουν αναμασήματα και επαναλήψεις του Woody Allen. Όμως η λεπτή υφή της ατάκας του δεν έχει καθόλου εξαντληθεί. Επίσης ο Larry David, που παίζει τον Μπόρις Γιέλνικοφ, είναι εξαιρετικός, ιδιαίτερα στην αρχή του έργου σε έναν υπέροχο παραληρηματικό μονόλογο για την εξυπνάδα του και την ηλιθιότητα των υπολοίπων γύρω του, απευθυνόμενος στην κάμερα, δηλαδή σε μας.

Μπορεί στο τέλος όλα τα κομμάτια του παζλ να ταιριάζουν υπερβολικά τέλεια, σε ένα άψογα παράλογο happy end, αλλά και αυτό είναι μέρος της ειρωνείας του φιλμ. Μόνο ο ελληνικός τίτλος δεν μου αρέσει, και θα μπορούσε αντι "Κι αν σου κάτσει;" να είναι π.χ. "Οτι κι αν παίξει", κάτι τέλος παντως που δεν είναι τόσο αργκό και αδικεί το φίλμ.


Αγαπώ πολύ τον Woody Allen, και χαίρομαι που ακόμη φτιάχνει ταινίες όπου, 2 ώρες μετά, μου δίνουν την αίσθηση ότι αιωρούμαι ένα ελάχιστο πάνω από τη γη, και το βάρος της καθημερινότητας μου έχει φύγει για λίγο απ’ τα πόδια.

Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2009

Πώς Να Γίνετε Τέλειοι Γονείς (!)

Τα παιδιά δεν θέλουν ψυχολόγο. Γονείς θέλουν!
Εμπιστευτική επιστολή σε γονείς που σκέφτονται
Νίκος Σιδέρης
Μεταίχμιο, 2009
136 σελίδες
8,10 €


Ο ψυχίατρος Νίκος Σιδέρης έγραψε ένα βιβλίο με τον πολύ «πιασάρικο» τίτλο «Τα παιδιά δεν θέλουν ψυχολόγο. Γονείς θέλουν!». Το βιβλίο σκαρφάλωσε γρήγορα στη λίστα των μπεστ σέλερ γιατί φαίνεται ότι ανταποκρίνεται σε μία πολύ πραγματική ανάγκη των γονιών: πώς να χειριστούν τα παιδιά τους σε αυτή την δύσκολη εποχή, που επιπλέον είναι η εποχή των ειδικών. Όμως, η ανάγνωσή του βιβλίου αφήνει ανάμικτα συναισθήματα, τόσο στον γονιό όσο και στον αναγνώστη.


Βασική θέση του βιβλίου, η οποία επαναλαμβάνεται δεκάδες φορές, είναι ότι ο ψυχολόγος χρειάζεται μόνον σε 1 από τις 10 περιπτώσεις. Για όλες τις υπόλοιπες οι γονείς είναι απόλυτα επαρκείς, ΑΝ κάνουν καλά την δουλειά τους. Αυτό το μεγάλο αν, ο συγγραφέας το θεωρεί σχεδόν δεδομένο και εύκολα κατορθωτό. Οι γονείς: 1) ΑΝ εφαρμόσουν κανόνες και 2) ΑΝ έχουν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους, και 3) ΑΝ είναι παρόντες, φτάνουν και περισσεύουν. Είναι, όχι οι τέλειοι, αλλά αρκετά καλοί γονείς, όπως έλεγε και ο Γουίννικοτ.



Όμως η ζωή και ο κόσμος έχουν αλλάξει, και το έργο του γονιού δεν είναι τόσο απλό. Προσωπικά δεν νομίζω ότι οι γονείς που δυσκολεύονται αρκετά δεν μπορούν με την μία να πάνε πίσω και να ξαναγίνουν γονείς. Σίγουρα έχουν «παραμελήσει» το γονεϊκό τους έργο. Σίγουρα παρασύρονται και οι ίδιοι από τις Σειρήνες της νέας μας κοινωνίας και την υπερμεγέθυνση του εγώ και των αναγκών του. Επιπλέον δε έχουν και μία τεράστια πίεση από την Δυτική μας κοινωνία – την οποία, en passant, αναγνωρίζει ο συγγραφέας– για το πολιτικά ορθό μεγάλωμα των παιδιών τους. Συνέβη λοιπόν κάτι σημαντικό, χωρίς να το καταλάβουν. Και τότε λοιπόν, με όλα αυτά στην πλάτη τους, σίγουρα δεν μπορούν να επανέλθουν και να είναι οι αποτελεσματικοί γονείς, έτσι απλά και φυσιολογικά. Χρειάζονται βοήθεια.


Το βιβλίο αυτό, το οποίο δεν είναι ιδιαίτερα καλογραμμένο, προσπαθεί να δώσει βοήθεια. Την δίνει προς την σωστή γενική κατεύθυνση, αποενοχοποιώντας τους γονείς, αν και την δίνει σχηματικά και μάλλον λειψά. Φαίνεται όμως ότι οι γονείς, και όχι τα παιδιά, είναι εκείνοι χρειάζονται ψυχολόγο και αρκετή βοήθεια, προκειμένου να αποκτήσουν πυξίδα και να προσανατολιστούν για να κάνουν την δουλειά τους αποτελεσματικά. Το ποιος θα τους την δώσει είναι το ζητούμενο.