Σάββατο, 29 Νοεμβρίου 2008

Η Μαγεία της Παρουσίασης


The Visual Display of Quantitative Information
Edward Tufte Graphics Press 1983, 2001

197 σελίδες

$28,80






Εδώ και 25 περίπου χρόνια ο Edward Tufte, καθηγητής του Yale, έβαλε υποθήκη το σπίτι του για να εκδώσει ένα βιβλίο που είχε γράψει. Μεγάλο το ρίσκο, αλλά ο Tufte πίστευε στις απόψεις του με πάθος. Και δικαιώθηκε. Σήμερα, το βιβλίο “The Visual Display of Quantitative Information” θεωρείται ως ένα από τα 100 σημαντικότερα βιβλία του 20ου αιώνα. Ειδικά σε τούτες τις φτωχές εποχές του Powerpoint, το βιβλίο αυτό διατηρεί ακέραια την ιδιαίτερη σημασία του. Και να γιατί:

Βασική αρχή που ξεδιπλώνεται γλαφυρά στις σελίδες του είναι ότι όταν οπτικοποιείς δεδομένα, πρέπει να μεγιστοποιείς την πληροφορία, και όχι να παρουσιάζεις τρεις ξερές μπάρες με νούμερα. Διότι τότε η εικόνα δεν είναι χίλιες λέξεις, αλλά πολύ λιγότερες – και φτωχότερες.

Χαρακτηριστικό καλό παράδειγμα είναι το διάγραμμα που εμφανίζεται και στο εξώφυλλο του βιβλίου, που δείχνει τα δρομολόγια των τρένων στη διαδρομή Παρίσι - Λυών. Δείτε πόση πληροφορία υπάρχει: οι ώρες αναχώρησης και άφιξης, η συχνότητα, η (αναλογική) απόσταση των σταθμών, η ταχύτητα του κάθε τρένου (η κλίση της γραμμής),ο χρόνος που κάθε τρένο μένει στους ενδιάμεσους σταθμούς (εκεί όπου οι γραμμές είναι οριζόντιες), οι ώρες και τα σημεία που συναντώνται τα τρένα). Όλα σε ένα διάγραμμα που είναι εξαιρετικά κατανοητό, παρόλη την πυκνότητα της πληροφορίας!



Δείτε επίσης αυτό το κλασικό διάγραμμα που παρουσιάζει την καταστροφική εκστρατεία του Ναπολέοντα προς την Μόσχα και την επιστροφή στο Παρίσι. Φαίνεται όχι μόνον η πορεία, αλλά και οι απώλειες, και η σχέση τους με την θερμοκρασία. Παρατηρείστε πόσο ανθρωποβόρο ήταν το πέρασμα του ποταμού Μπερεζίνα στην Πολωνία!


Αν σκεφτείτε ότι αυτά τα διαγράμματα είναι του 1850, και ότι όλη αυτή η τεχνογνωσία της παρουσίασης είναι γνωστή τα τελευταία 150 χρόνια, τότε σίγουρα θα μελαγχολήσετε.


Ένα άλλο θέμα με το οποίο ασχολεί
ται ο Tufte είναι ότι οι απεικονίσεις της πληροφορίας πρέπει να λένε την αλήθεια. Για παράδειγμα, το παρακάτω διάγραμμα, το οποίο δείχνει την μείωση της αγοραστικής αξίας του δολαρίου, από την εποχή του προέδρου Αϊζενχάουερ μέχρι την εποχή του Κάρτερ δεν λέει την αλήθεια, γιατί χρησιμοποιεί το εμβαδόν του δολαρίου (ένα δισδιάστατο μέγεθος) για να απεικονίσει την αγοραστική αξία -- που είναι μονοδιάστατη. Αν το διάγραμμα έλεγε την αλήθεια, θα έπρεπε τα δολάρια να είχαν το διπλάσιο μέγεθος από αυτό που έχουν.



Είναι ένα βιβλίο το οποίο προτείνω ανεπιφύλακτα σε όλους. Είτε ασχολείστε με παρουσιάσεις και αναλύσεις είτε όχι, το σίγουρο είναι ότι βλέπετε τηλεόραση, διαβάζετε μπλογκ και ίσως και εφημερίδες. Μετά από αυτό το βιβλίο, όλα εκείνα που σας πασάρουν τα Μέσα για πληροφόρηση θα τα βλέπετε με ένα εντελώς διαφορετικό μάτι.

Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2008

Ακροβατώντας στις Κροκάλες του Πεπρωμένου




Στην Ακτή
Ιαν ΜακΓιούαν
Μετάφραση: Ελένη Ηλιοπούλου
Εκδόσεις Πατάκη, 2007
Σελίδες 217, 13,20 €






Ο Ιαν ΜακΓιούαν, αυτός ο σχεδόν αστυνομικός συγγραφέας, μπορεί σε αυτό το ευαίσθητο βιβλίο να γίνεται τρυφερός και σκληρός μαζί. Παρατηρητικός και απόμακρος, αισιόδοξος και απαισιόδοξος, μας διηγείται για εκείνο το ζευγάρι των κάπως αλλόκοτων και ντροπαλών νέων που, τότε το 1962, σε μια άλλη Αγγλία που ακούγεται απόμακρα από το ραδιόφωνο, θέλει να γιορτάσει την πρώτη νύχτα του γάμου του σε ένα ξενοδοχείο, στην ακτή (τη Chesil Beach, με τις αρχαίες κροκάλες, όπως είναι ο πρωτότυπος τίτλος του βιβλίου).



Και τα πράγματα ανάμεσα τους πάνε καλά, αλλά όχι για πολύ. Οι χαμένες ευκαιρίες θα τους στοιχειώνουν για όλη τους τη ζωή, όπως εμάς, που μας βασανίζουν κυρίως αυτά που δεν κάναμε -- και μόνον σπάνια εκείνα που κάναμε, μα που δεν θάπρεπε. Αυτό το βιβλίο είναι η ελεγεία των χαμένων ευκαιριών.



Όμως ο κάθε άνθρωπος είναι αυτό που είναι και δύσκολα γίνεται κάτι άλλο -- δηλαδή ένας συστηματικός κυνηγός ευκαιριών. Συνήθως ξεδιπλώνει τη φύση του, όποια κι αν είναι αυτή. Αυτή την φύση περιγράφει με μαεστρία και την πλέκει σαν λεπτή άσπρη δαντέλα ο ΜακΓιούαν, στην Ακτή. Δεν χάνει ούτε ανάσα, ούτε ένα τρίξιμο των ξύλων του πατώματος. Σε αυτό το διήγημα έχεις την αίσθηση ότι ο χρόνος διαστέλλεται, ή σταματάει, πριν πάρει ξανά την ξέφρενη ρότα του.



Είναι τόσο καλό αυτό το διήγημα (το οποίο, σε αντίθεση με την Εξιλέωση, δεν θα μπορούσε εύκολα να γίνει ταινία) που αντέχει ακόμη και την μέτρια μετάφραση. Όποιος έχει διαβάσει τον ΜακΓιούαν στο πρωτότυπο, θα διαπιστώσει ότι η γλώσσα του είναι απατηλά απλή, και το ύφος του ακροβατεί ανάμεσα στο ποιητικό, το καθημερινό και το επίσημο, το σχεδόν άκαμπτο στιλ άλλων εποχών. Αυτό στη μετάφραση παρουσιάζει δυσκολίες, και για να ξεπεραστούν θέλει μεγάλη μαστοριά. Θα άξιζε στην Ακτή μια καλύτερη μεταχείριση, κάτι που δεν μπόρεσε να δώσει η μεταφράστρια.



Όμως όπως και νάχει (σε μερικά σημεία το χέρι του μεταφραστή είναι βαρύ, σε άλλα σχεδόν αόρατο), όταν διαβάζουμε την Ακτή εκείνο που κυρίως μας ενδιαφέρει είναι να δούμε τι θα συμβεί ανάμεσα σ' αυτούς τους δυο νέους, και να συναισθανθούμε τους χαρακτήρες, που είναι λίγο σαν και μας -- αλλά μήπως δεν είναι λίγο σαν και μας, μα πολύ; Και βλέπουμε αυτή τη μεταστροφή που μπορεί να συμβεί, μέσα σε μία στιγμή, σε όλους μας: από το «καλύτερο για μένα – για μάς...» στο «δεν αντέχω άλλο!, και γαία πυρί μιχθήτω!». Και αυτή η στιγμή είναι «ο κόσμος όλος», όντας ικανή να αλλάξει μια ολόκληρη ζωή.

Κυριακή, 29 Ιουνίου 2008

Το Άγιο Όρος στο Μικροσκόπιο




μ.Χ.
Βασίλης Αλεξάκης
Εξάντας, 2007
Σελίδες 339, 18



Καταιγισμός πληροφοριών, συναίσθημα με ρέγουλα, μέτρια πλοκή, ένα ενδιαφέρον θέμα, ένας μάλλον άτσαλος χειρισμός, ένα βραβείο της Γαλλικής Ακαδημίας. Ο Βασιλης Αλεξάκης, γενικά καλός μάστορας του λόγου, μια από ‘δω, μια από ‘κει πραγματεύεται το πολύ δύσκολο θέμα του Αγίου Όρους και του μοναχισμού. Το «περιβόλι της Παναγίας», ένας ευλογημένος τόπος που για χρόνια έχει κρατήσει άσβεστη την Ορθοδοξία , και τις αντιφάσεις της, βρίσκεται στο αναλυτικό, δυτικότροπο στόχαστρο του Αλεξάκη.

Η ιστορία είναι απλή. Ένας φοιτητής από την Τήνο, οικότροφος σε μια τυφλή δέσποινα των ενενήντα ετών, αναλαμβάνει απ΄ αυτήν την αποστολή να μάθει τα πάντα για το Αγιο Όρος. Γιατί όμως μια γιαγιά στα τέλη του βίου της να έχει τόσο ζωηρό ενδιαφέρον; Διότι ο αδελφός της, εδώ και πενήντα χρόνια ασπάστηκε τον μοναχισμό και κατέφυγε στο Όρος και από τότε δεν άκουσε τίποτε από αυτόν.

Ο ήρωας μας λοιπόν ξεκινάει αυτό το μακρύ οδοιπορικό που θα τον φέρει στο Άγιο Όρος. Στην πορεία του αυτή θα μάθει πάμπολλα γι’ αυτόν τον τόπο, τα περισσότερα σε ένα αρνητικό φως, τα οποία και θα καταγράψει και θα μας τα μεταφέρει, όπως για παράδειγμα την φοβερή μάχη μεταξύ των μοναχών της Μονής Εσφιγμένου, και τους άλλους ιερούς πατέρες, ένα πραγματικό ματοβαμμένο περιστατικό που συνέβη στ΄ αλήθεια στις Καρυές εδώ και μερικά χρόνια.

Η αφήγηση του μυθιστορήματος είναι σε πρώτο πρόσωπο· παρόλο όμως ότι ο αφηγητής είναι μόλις 24 ετών, η φωνή του είναι ενός εξηντάρη, και πολλές φορές ενεργεί κάπως αλλόκοτα -- παρακλάδι ίσως του γεγονότος ότι ο χαρακτήρας του δεν σκιαγραφείται επαρκώς.

Όπως και νάχει το πράγμα, το μυθιστόρημα του Β. Αλεξάκη ταράζει τα νερά, αλλά φοβάμαι ότι δεν δίνει τις ευκαιρίες για διάλογο και γόνιμο προβληματισμό. Μου άρεσαν μερικά του κομμάτια, όμως επειδή έχω επισκεφθεί τις μονές που αναφέρει, δεν διάβασα τίποτα που να μεταφέρει την μεγαλοπρέπεια της Μονής Ιβήρων, ή τον μυστικισμό της λειτουργίας στο Βατοπέδι. Ναι, μπορεί σε πρώτη όψη να φαίνεται σπάταλη το να ανακαινίζονται αυτά τα κτίρια που δεν θα κατοικηθούν ποτέ, όταν υπάρχουν τόσες ελλείψεις την χώρα. Όμως το ίδιο μπορεί να πει κάνεις για την Ακρόπολη, ή τους Δελφούς, μνημεία του πολιτισμού μας, που μας κάνουν καλύτερους και μας δίνουν ένα σταθερό σημείο αναφοράς. Ένα σημείο αναφοράς, που αν οι λαοί και τα έθνη δεν το έχουν (έστω με κόστος) τότε κλονίζονται.

Παρασκευή, 23 Μαΐου 2008

Η Σκοτεινή Πλευρά του Καλλιτέχνη

Ο Βασίλειος Μαρκεζίνης στο Megaron Plus

Ο γιος του παλιού πολιτικού Σπύρου Μαρκεζίνη, Βασίλειος, είναι ένας πολύ σημαντικός νομικός με διεθνή απήχηση. Ζει στην Αγγλία και μας επισκέπτεται κατά καιρούς, ανήκοντας και στο Διοικητικό Συμβούλιο του Κοινωφελούς Ιδρύματος "Αλέξανδρος Ωνάσης". Εδώ και λίγο καιρό, ο (σερ) Βασίλειος Μαρκεζίνης έδωσε μία συναρπαστική ομιλία στο Megaron Plus, χάρις στη χορηγία του Ιδρύματος Ωνάση.

Όχι, δεν μίλησε για την Διεθνή Νομοθεσία, ή την Παγκόσμια Τάξη Πραγμάτων, με τα οποία έχει άλλοτε καταπιαστεί. Είπε για την σκοτεινή πλευρά του καλλιτέχνη. Για την προσωπικότητά του και πώς αυτή επηρεάζει το έργο του. Αναφέρθηκε κυρίως στον Νταβίντ, στον Μπερνίνι και στον Μότσαρτ, και πολύ ανάγλυφα συσχέτισε τις λεπτομέρειες και την άποψη στα έργα τους με την ζωή τους. Όπως για παράδειγμα στον περίφημο πίνακα του Νταβίντ "Ο Θάνατος του Σωκράτη", όπου διακρίνονται και οι λανθάνουσες ομοφυλοφιλικές τάσεις του ζωγράφου, αλλά και ο δευτερεύων ρόλος της γυναίκας.






Διακρίνονται, αρκεί να μπορείς να τις δεις και να τις ερμηνεύσεις. Και για να το κάνεις αυτό πρέπει να ξέρεις στοιχεία και λεπτομέρειες από την ζωή του καλλιτέχνη. 'Οπως για παράδειγμα ότι ο Νταβίντ ήταν μία σημαντική φυσιογνωμία της γαλλικής επανάστασης και ο περίφημος πίνακάς του για την δολοφονία του Μαρά είναι μία πολύ ωραιοποιημένη εκδοχή των πραγμάτων, δηλαδή προπαγάνδα.





Αυτές οι λεπτομέρειες, που δεν είναι ασήμαντο κουτσομπολιό, είναι απαραίτητες για την κατανόηση του έργου του κάθε καλλιτέχνη. Όπως π.χ. ο αισθησιασμός του Μπερνίνι, που θα ήταν αδύνατον να εκφραστεί έτσι, αν δεν αποτελούσε ένα κεντρικό κομμάτι της πολυτάραχης ζωής του.




Γοητευτικός ο Βασίλειος Μαρκεζίνης, με μεγάλο εύρος και βάθος γνώσεων, ήταν μία αναγεννησιακή φιγούρα που ανέβηκε στη σκηνή του Μεγάρου και μας μάγεψε για δύο περίπου ώρες. Δυο ώρες στις οποίες το ακροατήριο κρεμόταν από τα χείλη του και που κύλησαν σαν νερό.

Δευτέρα, 14 Απριλίου 2008

Βιολογικός Βίος Αβίωτος

Next
Michael Crichton
Harper Collins Publishers, 2006
Σελίδες: 400, Τιμή: 15 €

Ο Michael Crichton δεν υπήρξε ποτέ λογοτέχνης, ούτε ο ίδιος τρέφει παρόμοιες ψευδαισθήσεις. Είναι βαθιά ριζωμένος στην κοινωνία του θεάματος και τα βιβλία του έχουν πουλήσει εκατομμύρια αντίτυπα, αλλά έχουν γίνει και πολύ επιτυχημένες (εμπορικά πάντα) ταινίες: Αποκαλύψεις, Jurassic Park, το Σύνδρομο της Ανδρομέδας είναι μόνον μερικές από αυτές. Πρόκειται για ταινίες δράσης που χαρακτηρίζονται από σχετικά επίπεδους χαρακτήρες και από μία έντονη πλοκή για κάποιο τεχνολογικό, ή επιστημονικό ζήτημα αιχμής, χωρίς πάντα να διεκδικούν δάφνες αληθοφάνειας. Στο Next (ή Μετά, όπως έχει χλιαρά αποδοθεί στα ελληνικά) ο Crichton ασχολείται με την βιοτεχνολογία, ένα θέμα επίκαιρο και ενδιαφέρον, για το οποίο ελάχιστα πράγματα γνωρίζουμε.

Εδώ δεν ξεσηκώνει θύελλα διαμαρτυριών, όπως στο προηγούμενο βιβλίο του, το State of Fear, όπου είχε αμφισβητήσει την κλιματική αλλαγή, αλλά καταπιάνεται με πολλά: με εταιρίες που χρησιμοποιούν κύτταρα ανθρώπων με ειδικά θεραπευτικά χαρακτηριστικά, τα οποία τα έχουν κατοχυρώσει και δεν ανήκουν πλέον στους ανθρώπους, από τους οποίους προέρχονται· με πιθήκους που μιλούν και έχουν ξαμοληθεί στην ζούγκλα, όπου τους κυνηγούν αδίστακτοι δημοσιογράφοι για την πρωτιά της είδησης· με ιούς που βγαίνουν από τα εργαστήρια και αλλάζουν την προσωπικότητα των ανθρώπων πολύ περισσότερα από ένα απλό (απλό;) Prozac, όχι όμως χωρίς σοβαρές παρενέργειες.

Άγρια πράγματα, πολύ έξω από την καθημερινή εμπειρία και πληροφόρηση του μέσου ανθρώπου. Όπως εκείνο το ότι οι εταιρίες έχουν πατεντάρει το ανθρώπινο γονιδίωμα, δηλαδή ειδικά γονίδια -- κάτι που είναι ηθικά και πολιτικά απαράδεκτο -- κάτω από την απειλή ότι η έρευνα δεν προχωράει χωρίς ένα ισχυρό οικονομικό κίνητρο, κάτι που ακόμη και ο εικονοκλάστης (και μερικές φορές προκλητικός) Crichton δεν το αποδέχεται.

Το Next είναι πολύ λιγότερο απίθανο από την δημιουργία δεινοσαύρων από το DNA τους. Είναι η φιλόδοξη προσπάθεια του Crichton να εκθέσει τα σημαντικά προβλήματα του συστήματος κατοχύρωσης πνευματικής ιδιοκτησίας στην βιοτεχνολογία στις ΗΠΑ, όπου το ένα πέμπτο των γονιδίων μας ανήκει σε κάποιους άλλους. Και υπάρχουν πολλά νήματα στην πλοκή του Next: ο βιοεπιστήμονας που έχει ανακατέψει υλικό από χιμπαντζή και άνθρωπο, και το κατασκεύασμα του μοιάζει με άνθρωπο (άλλωστε άνθρωπος και χιμπατζής διαφέρουν μόνο σε 400 γονίδια, αλλά ξέρουμε πού είναι η κρίσιμη διαφορά;), ο Gerard, ο γενετικά μεταλλαγμένος παπαγάλος με χιούμορ και από τους πιο ενδιαφέροντες ήρωες του βιβλίου, ο άνθρωπος που διαθέτει γονίδια με τεραστία εμπορική αξία, και τον οποίον κυνηγούν για να τα εκμεταλλευτούν. Όλα αυτά τα νήματα ενώνονται στο τέλος, όχι ακριβώς με έναν πιστευτό τρόπο, υπάρχει όμως αρκετή δράση που σε κάνει να ξεχνάς τις λεπτομέρειες της συνέπειας.

Στο Next φαίνεται ότι όλα αυτά τα αλλόκοτα είναι πολύ κοντύτερά μας απ’ ότι νομίζαμε. Μάλιστα μερικά από αυτά είναι ήδη εδώ.