Πέμπτη, 24 Μαΐου 2007

81 Καράτια




Βράζουμε σε ένα καζάνι με εθνικά προβλήματα: Σκόπια, Τουρκία, Μεγάλη Αλβανία, Μουσουλμάνοι της Θράκης, περιθωριοποίηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Προβλήματα πολλά, μεγάλα και δυσεπίλυτα. Κι όμως πρόκειται για μία μαγική εικόνα! Το μόνο εθνικό μας πρόβλημα είναι η παιδεία. Το μπέρδεμα της με την εκπαίδευση, ο φροντιστηριακός χαρακτήρας της τελευταίας, ο περιθωριακός ρόλος των γονιών στην παροχή της παιδείας, είναι μία ρότα κατευθείαν για τα βράχια. Αν λυθεί το πρόβλημα της παιδείας, όλα τα άλλα, υπαρκτά ή μη προβλήματα μας θα λυθούν (ή θα πάψουν να μας απασχολούν) ως δια μαγείας.

Αυτό υποστήριξε με θέρμη η Ελένη Γλύκατζη – Αρβελέρ, σε μία γοητευτική διάλεξη που έδωσε πρόσφατα στην εταιρία συμβούλων Κάντορ – στην οποία αξίζουν συγχαρητήρια για την οργάνωση μίας σειράς εκδηλώσεων προβληματισμού. Η διάλεξη είχε θέμα «Τεχνολογία και Τεχνοφοβία», και πολλά από τα επιχειρήματα και τα συμπεράσματα της Αρβελέρ ήταν ή γνωστά, ή αναπόδραστα. Όμως εκείνο που έκανε την ομιλία να αξίζει πολλά ήταν το εύρος του προβληματισμού, καθώς και το βάθος, που η Αρβελέρ, ως κοσμοπολίτισσα και ως ιστορικός, έδωσε στα επιχειρήματά της.

Ναι η τεχνολογία είναι εδώ, και δεν έχουμε άλλη επιλογή παρά να την ακολουθήσουμε, είπε η Αρβελέρ. Και αν η τεχνολογία δημιουργεί προβλήματα, αυτή πρέπει και να τα επιλύσει. Εδώ εγώ θα διαφωνήσω ελαφρά, και θα συνταχθώ με τον Αϊνστάιν, που είπε ότι «τα προβλήματα δεν μπορούν να επιλυθούν στο επίπεδο σκέψης που τα δημιούργησε». Και ότι χρειάζεται ένα ανώτερο επίπεδο σκέψης, το οποίο μπορεί να μην είναι διαθέσιμο εγκαίρως.

Αλλά κυρίως η Αρβελέρ μίλησε για την πληροφόρηση, για το Ιντερνετ, -- το οποίο έχει επηρεάσει όλες τις επιστήμες και τέχνες, με μόνη εξαίρεση την ψυχανάλυση -- και που με κάποιες προϋποθέσεις μπορεί να γίνει γνώση, πλησιάζοντας πολύ τον χαρακτήρα του δημόσιου, ή παγκόσμιου αγαθού.

Και αυτό το παγκόσμιο αγαθό μοιραία οδηγεί στα blogs, τα οποία καταργούν τα σύνορα και επιτρέπουν στις φωνές όλων να ακουστούν, σαν την αρχαία Εκκλησία του Δήμου (και εδώ θα διαφωνήσω γιατί η αναγνωσιμότα στο Διαδίκτυο είναι εξίσου άνιση με τα άλλα Μέσα, και δεν εξαρτάται μόνον από την ποιότητα της γνώμης ή της γραφής κάποιου, αλλά από τις δυνατότητες προβολής του).

Επίσης το αγαθό αυτό διακρίνεται για το εύρος του και όχι το βάθος του, παρατήρησε, και έχει προάγει έναν εικονικό (iconic, όχι virtual) πολιτισμό, και μία γλώσσα η οποία, επειδή δεν διαθέτει γραμματική και συντακτικό, μπορεί μεν να την εκφράσει ο καθένας – πράγμα καλό – αλλά δεν μπορεί να την κριτικάρει κανένας -- πράγμα κακό.

Όμως η Ελένη Αρβελέρ είναι κυρίως παιδαγωγός. Και επισήμανε ότι παρόλο που ο πακτωλός της πληροφόρησης ξυπνά ένα ρεφλέξ στον μαθητή να αμφισβητήσει τον δάσκαλο, ακριβώς αυτά τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης διαδικτυακής τεχνολογίας καθιστούν τη σχέση δάσκαλου – μαθητή πιο αναγκαία από ποτέ, γιατί ο ρόλος του δάσκαλου είναι να μετουσιώσει την πληροφορία, σε γνώση, σε αφομοίωση και κριτική σκέψη, και αυτό δεν μαθαίνεται απλώς καταναλώνοντας πληροφορία. Σε αυτό το σημείο (αλλά και σε πολλά άλλα) της ομιλίας της η Αρβελέρ μας θύμισε την απάντηση του Μ. Βασιλείου στον Ιουλιανό: «Ανέγνως, αλλ' ουκ έγνως· ει γαρ έγνως, ουκ αν κατέγνως» (διάβασες, αλλά δεν κατάλαβες, γιατί, αν καταλάβαινες, δεν θα καταδίκαζες), δηλαδή τις τρεις αναγκαίες βαθμίδες προς την κατάκτηση της γνώσης. Διότι εν τέλει αυτό που έχει σημασία είναι, προκειμένου να πάρουμε θέση, να κατανοήσουμε κάτι, δηλαδή την αλήθεια -– και όχι απλά να το αποδεχτούμε ή να το απορρίψουμε ασυζητητί. Και τι αλήθεια είναι αλήθεια; Ετυμολογικά προέρχεται από το α + λήθη, δηλαδή αυτό που δεν λησμονιέται. Και στον κόσμο του εφήμερου εκείνο που έχει σημασία είναι αυτό που μένει, δηλαδή η ερμηνεία του σημερινού κόσμου με όλη την σοφία που έχει συσσωρεύσει ο πολιτισμός μας. Γι΄ αυτό ο Αριστοτέλης σήμερα είναι εξαιρετικά φρέσκος και επίκαιρος, και αυτό δεν θα πρέπει να μας προξενεί έκπληξη.


Πραγματικός χειμαρος, η Αρβελέρ, στα 81 της χρόνια, ήταν μία ζωντανή απόδειξη εκείνου που έχει πει παλιότερα, ότι δηλαδή «Τη ζωή ή την ζεις ή δεν τη ζείς». Εκείνη τουλάχιστον, την ζει με μία ζηλευτή πληρότητα.

Παρασκευή, 18 Μαΐου 2007

Σφαγείο ο Πλανήτης


Ένας Άνθρωπος Χωρίς Πατρίδα

Κέρτ Βόννεγκατ
Εκδόσεις Πατάκη, 2006
Σελίδες : 206, 11,5 €

Πολλοί τον κατηγόρησαν ότι ήταν κουραστικά επαναληπτικός. Ο Γκράχαμ Γκρίν είπε ότι πρόκειται για έναν από τους πιο ικανούς Αμερικανούς συγγραφείς. Ο ίδιος είπε για τον εαυτό του, όταν το προσπάθησε το 1984, ότι ούτε μία επιτυχημένη αυτοκτονία δεν μπόρεσε να καταφέρει. Όμως το γεγονός παραμένει. Ο Κέρτ Βόννεγκατ, που πέθανε εδώ και λίγες εβδομάδες ήταν ο μάστορας της έξυπνης ατάκας, της πολύ στοχευμένης κοινωνικής σάτιρας και κριτικής.

Δεν μας άφησε καμία αυτοβιογραφία. Εκείνο που κάπως το πλησιάζει είναι το «Ένας Άνθρωπος Xωρίς Πατρίδα». Για έναν ογδοντάρη, είναι ένα κείμενο ιδιαίτερα φρέσκο και προοδευτικό, αν και όχι πάντα αισιόδοξο. Χαρά στο κουράγιο του, όταν επιτίθεται στον Πρόεδρο Bush, ή όταν κοιτάζει τα πράγματα σαν να τα ανακάλυψε (ξανά) τώρα, στο τέλος του βίου του.

Τον κατηγόρησαν επίσης ότι αυτό το βιβλίο είναι αέρας και ότι χρειάζεται μία εισαγωγή για να το δέσει στο έδαφος. Μπούρδες. Στέκει μία χαρά από μόνο του. Στα 82 του λοιπόν μας λεει ότι «η βαρύτητα είναι λιγότερο φιλική μαζί του» και ότι «δεν μπορεί να παρκάρει καλά». Και λοιπόν; Εξακολουθεί να τον απασχολεί το νόημα της ζωής, μόνο που τώρα ρωτάει τα παιδιά του: «Τι είναι ζωή»; Για να απαντήσει ο γιος του: «Πατέρα, είμαστε εδώ για να βοηθάμε ο ένας τον άλλος σε τούτο εδώ, ότι κι αν είναι». Βέβαια ο καθένας μας κάνει ότι μπορεί για να δώσει νόημα στη ζωή του. Όπως εκείνη την κυρία των μυθιστορημάτων του, «η οποία, όπως τόσοι άλλοι Αμερικανοί, προσπαθούσε να φτιάξει μία ζωή που αποκτούσε το νόημά της από τα αντικείμενα που έβρισκε σε καταστήματα δώρων».

Παρόλο που είναι απογοητευμένος από την διαφθορά των κυβερνήσεων, την απληστία των πολυεθνικών και των ΜΜΕ, η μουσική παραμένει εξαίσια. Τόσο πολύ που η επιτύμβια επιγραφή του θα ήθελε να γράφει: «Η μόνη απόδειξη που χρειάστηκε για την ύπαρξη του Θεού ήταν η μουσική». Και κυρίως τα μπλουζ, το δώρο των Αφροαμερικάνων (δεν τους αποκαλεί μαύρους), από τα οποία προήλθαν τόσα πολλά -- από την τζαζ μέχρι τους Ρόλινγκ Στόουνς.

Πρόσφατα ο Βόννεγκατ έκανε και ορισμένες σπουδαίες ανακαλύψεις, και τις αναφέρει στο βιβλίο του. Ο Φρόιντ είχε πει κάποτε ότι «Κάνω αυτή τη δουλειά τριάντα χρόνια και δεν έχω καταλάβει ακόμα: τι είναι αυτό που θέλει μία γυναίκα;», και μερικοί τον είπαν μισογύνη. Λοιπόν ο Βόννεγκατ το βρήκε. Η γυναίκα θέλει πολλούς ανθρώπους, με τους οποίους να μιλάει ακατάπαυστα. Για ποιο θέμα; Μα για το οτιδήποτε, δεν έχει σημασία.

Ξέρει όμως και τι θέλουν οι άντρες. «Θέλουν πολλούς κολλητούς, και επίσης θέλουν να μην τσαντίζονται οι άλλοι μαζί τους» (Υποψιάζομαι κυρίως οι άλλες). Αν λοιπόν τα έχουν αυτά, οι άνθρωποι γενικώς είναι ευτυχείς. Ίσως όχι όσο παλιότερα, και γι’ αυτό χωρίζουν πολύ περισσότερο. Γιατί πάλι; Γιατί δεν έχουν την μεγάλη, την εκτεταμένη οικογένεια που είχαν κάποτε. Διότι ατυχώς «ενας άντρας, μία γυναίκα και μερικά παιδιά δεν είναι οικογένεια. Είναι μία εξαιρετικά ευάλωτη μονάδα επιβίωσης».

Η – πολλές φορές έμμεση -- κοινωνική κριτική του ειρηνιστή Βόννεγκατ, απλώνεται σε όλο το βιβλίο. Δηλώνει απογοητευμένος γενικώς με τον πλανήτη. Μάλιστα, σε κάποιο σημείο του βιβλίου ακούγεται και η φωνή του Τζωρτζ Μπέρναρ Σω, αυτού του μεγάλου κυνικού (ή πραγματιστή), να λεει ότι «δεν ξέρει αν υπάρχουν άνθρωποι στο φεγγάρι αλλά, αν υπάρχουν, σίγουρα χρησιμοποιούν τη γη ως το άσυλο φρενοβλαβών τους».

Γιατί μόνον φρενοβλαβείς θα έκαναν αυτά που κάνουμε εμείς στον μοναδικό πλανήτη που διαθέτουμε. Όπως γράφει πολύ άμεσα και με λέξεις που σοκάρουν, «Τα παιδιά μας έχουν κληρονομήσει τεχνολογίες, των οποίων τα υποπροϊόντα, είτε σε πόλεμο είτε σε ειρήνη, καταστρέφουν γοργά ολάκερο τον πλανήτη ως αναπνεύσιμο, πόσιμο σύστημα που υποστηρίζει τη ζωή κάθε είδους

Και η πραγματικότητα, όταν εντέλει αναγκαζόμαστε να την αντιμετωπίσουμε, είναι πάντα σκληρή:

«Η μεγαλύτερη αλήθεια που αντιμετωπίζουμε τώρα, είναι ότι δεν νομίζω ότι οι άνθρωποι δίνουν μία πεντάρα, για το αν ο πλανήτης θα συνεχίσει να υπάρχει ή όχι. Ξέρω ελάχιστους ανθρώπους που ονειρεύονται τον κόσμο στον οποίο θα ζουν τα εγγόνια τους.»

Αυτοί οι καιροί είναι χαλεποί και για άλλους λόγους. «Το τελευταίο πράγμα που ήθελα θα ήταν να είμαι ζωντανός όταν οι τρεις ισχυρότεροι άνθρωποι του πλανήτη θα ονομάζονταν Bush, Dick και Colon» [sic, σε ένα αμετάφραστο λογοπαίγνιο]. Αυτοί και άλλοι, κατά τον Βόννεγκατ, έχουν κάνει μεγάλη ζημιά στην χώρα τους, και όχι μόνον. Πώς;

«Ο George W. Bush μάζεψε γύρω του μερικούς πλούσιους, φοιτητές του C από το Yale, που δεν ξέρουν ούτε ιστορία,ο ύτε γεωγραφία, και είναι επίσης όχι και τόσο κρυφοί ρατσιστές της άσπρης φυλής, και επιπλέον, και πιο επιζήμια, μάζεψε μπόλικες ψυχοπαθητικές προσωπικότητες, που είναι ο ιατρικός όρος για έξυπνους, εμφανίσιμους ανθρώπους που δεν διαθέτουν συνείδηση, ή αναστολές. Και διεξάγουν έναν πόλεμο που κάνει τους εκατομμυριούχους δισεκατομμυριούχους και τους δισεκατομμυριούχους τρισεκατομμυριούχους, και επιπλέον τους ανήκει η τηλεόραση, και χρηματοδοτούν τον George Bush, και όχι επειδή είναι αντίθετος με τον γάμο μεταξύ των γκέι.

Αυτές οι ψυχοπαθητικές προσωπικότητες, σε αντίθεση με τους κανονικούς ανθρώπους, δεν κατακλύζονται ποτέ από αμφιβολίες, ή ενοχές, για τον απλό λόγο ότι γράφουν στα τέτοια τους τι θα συμβεί στη συνέχεια· ‘Ιδιωτικοποιήστε τα δημόσια σχολεία! Επιτεθείτε στο Ιράκ! Κόφτε την Υγειονομική Περίθαλψη! Παρακολουθήστε τα τηλέφωνα των πάντων! Μειώστε τους φόρους των πλουσίων!’»

«Είναι καιρός να ευχαριστήσουμε τον Θεό», λεει ο Βόννεγκατ «γιατί βρισκόμαστε σε μία χώρα όπου ακόμη και οι φτωχοί είναι υπέρβαροι. Βέβαια η δίαιτα Bush θα μπορούσε να το αλλάξει και αυτό.»

Και μην ξεχνάμε ότι η γνώση, η επιστήμη, ή η θρησκεία από μόνες τους δεν μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα, ούτε να αποκαλύψουν την αλήθεια. Διότι «το ναπάλμ προήλθε από το Χάρβαρντ [το σχολείο της αλήθειας με έμβλημα το Veritas]. Ο Πρόεδρος μας είναι Χριστιανός; Το ίδιο και ο Αδόλφος Χίτλερ.»

Όμως αυτό που κατά την άποψή του έχει σημασία, και χάνεται σήμερα, είναι η φαντασία. Λεει λοιπόν: «Δεν γεννιόμαστε με φαντασία. Πρέπει να αναπτυχθεί από τους δασκάλους, τους γονείς. Υπήρχε μία εποχή, όπου η φαντασία ήταν πολύ σημαντική, γιατί ήταν η κύρια πηγή ψυχαγωγίας. Αλλά τώρα πλέον δεν θεωρείται απαραίτητο να αναπτύξουμε αυτά τα [εγκεφαλικά] κυκλώματα. Τώρα πια υπάρχει η υπερ-λεωφόρος της πληροφορίας. Εμείς που έχουμε αναπτύξει αυτά τα κυκλώματα κοιτάμε ένα πρόσωπο και βλέπουμε ιστορίες· για όλους τους άλλους ένα πρόσωπο είναι απλώς ένα πρόσωπο.»

Το βιβλίο περιέχει και την κορυφαία, ίσως, ρήση του Βóννεγκατ, που συνοψίζει και την δική του προσέγγιση της ζωής. Ότι δηλαδή «Υπάρχουμε σε αυτό τον πλανήτη για να κωλοβαράμε. Και μην αφήσετε κανέναν να σας πει κάτι διαφορετικό». Πράγματι, η ζωή είναι τόσο σύντομη που τέτοιες υπενθυμίσεις είναι χρήσιμες.

* Ολα τα παραπάνω αποσπάσματα σε δική μου ελεύθερη απόδοση από το πρωτότυπο.



Τρίτη, 8 Μαΐου 2007

Σουπερνόβα της Θέλησης





Ένας συνηθισμένος άνθρωπος στη θέση του θα τα είχε παρατήσει και θα περίμενε το μοιραίο τέλος, το οποίο συνήθως έρχεται γοργά. Καθηλωμένος σε ένα αναπηρικό καροτσάκι επί σαράντα χρόνια, να μην μπορεί να κινηθεί, να μην μπορεί να μιλήσει, να εξαρτάται από τους άλλους για τα στοιχειώδη.


Όμως ο Stephen Hawking δεν είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Με σημαντικότατη συμβολή στην κοσμολογία και στην θεωρία των μαύρων τρυπών, γράφει βιβλία που έχουν πουλήσει 9 εκατομμύρια αντίτυπα (ένα για κάθε 650 ανθρώπους στον πλανήτη!) εργασίες -- με έναν ειδικό υπολογιστή κουνώντας το μικρό του δαχτυλάκι, ή το μάγουλο του (!) -- και ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο, όχι μόνον για να μιλήσει (μέσω του συνθετητή του υπολογιστή του), αλλά και για αναψυχή. Για ένα μικρό δείγμα της φοβερής του θέλησης, αξίζει να διαβάσετε μία συνέντευξη που έχει δώσει στον Guardian.


Πρόσφατα, ο Stephen Hawking αποφάσισε να ταξιδέψει και στο διάστημα! Και για να προετοιμαστεί, πέταξε με ένα αεροπλάνο που, ακολουθώντας μία παραβολική τροχιά, προσομοιώνει τις συνθήκες έλλειψης βαρύτητας. Ο θεωρητικός της βαρύτητας ήθελε να νοιώσει την έλλειψή της από πρώτο χέρι.


Στις μέρες μας τα ξεχωριστά πράγματα έχουν πάψει να μας εντυπωσιάζουν. Σταθείτε και σκεφτείτε το όμως: ένας άνθρωπος, ιδιος με αυτούς που δεν ελπίζουν σε τίποτα, αλλά με ακμαίο ηθικό, εξαιρετικά παραγωγικός σε έναν κορυφαίο κλάδο, ο οποίος απολαμβάνει αυτά που η ζωή μπορεί να του προσφέρει – και πολλά περισσότερα. Όταν τον είδα να πετάει, για πρώτη φορά απελεύθερος από το καροτσάκι του και τα σκληρά δεσμά της βαρύτητας, μου ήρθε ένα δάκρυ στα μάτια. Δάκρυ από εκείνα που σε αναγκάζουν να ξανασκεφτείς τη ζωή σου.