Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2007

Το Σύμπαν σε μία Κλωστή

Το κομψό σύμπαν
Brian Greene
superstings, hidden dimensions, and the quest for the ultimate theory
Εκδόσεις: Ωκεανίδα 2004
Σελίδες:628



Ο Αλμπερτ Αϊνστάιν αφιέρωσε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του κυνηγώντας μία χίμαιρα. Οι κακεντρεχείς μάλιστα έλεγαν ότι τα τελευταία του τριάντα χρόνια ο Αϊνστάιν θα μπορούσε κάλλιστα να είχε πάει για ψάρεμα. Αλλά και ο ίδιος, γράφοντας το 1943 σε ένα φίλο του εξομολογήθηκε πως "έχει καταντήσει ένας μοναχικός γεράκος που είναι γνωστός κυρίως επειδή δεν φορά κάλτσες και ο οποίος επιδεικνύεται ως αξιοθέατο σε εξαιρετικές περιστάσεις". Ο σημαντικότερος επιστήμονας μετά τον Νεύτωνα είχε προσπαθήσει να χωρέσει όλη την κατανόηση του κόσμου μας μέσα σε ένα ενιαίο οικοδόμημα, στην θεωρία του Ενιαίου Πεδίου, και είχε αποτύχει. Σήμερα οι επιστήμονες πιστεύουν ότι μπορεί να καταφέρουν αυτό που προσπάθησε ο Αϊνστάιν, με μία νέα -- ημιτελή ακόμη-- θεωρία του Παντός.

Αυτήν την πορεία στο άγνωστο περιγράφει με θαυμαστή δεξιοτεχνία ο Μπραϊαν Γκρίν στο βιβλίο του "το κομψό σύμπαν" που σκιαγραφεί τις κλασικές φυσικές θεωρίες, για να καταλήξει στην αιχμή της γνώσης αλλά και των θεωρητικών υποθέσεων. Η εικόνα που ζωγραφίζει δείχνει ένα Σύμπαν ακραίο και αλλόκοτο, πολύ διαφορετικό όχι μόνο από αυτό που ξέρουμε και από αυτό που φανταζόμαστε, αλλά ίσως και από "εκείνο που μπορούμε να φανταστούμε", σύμφωνα με μία προσφιλή ρήση του ίδιου του Αϊνστάιν.


Οι τρεις αντιφάσεις


Είναι απαραίτητο να διασχίσουμε επί τροχάδην την πορεία της Φυσικής μέχρι σήμερα, προκειμένου να καταλάβουμε αυτό το πρόβλημα της ενοποίησης και την σημασία του. Αυτό ακριβώς κάνει ο Γκριν στο βιβλίο του, που διαβάζεται ως μία επίτομη περιληπτική ιστορία της Φυσικής και των σημαντικότερων θεωρητικών προβλημάτων από τον Νεύτωνα μέχρι σήμερα. Η πορεία βασίζεται στις αντιφάσεις στις οποίες σκόνταφταν οι παλιές θεωρίες και στην συμφιλίωση τους από νεότερες θεωρίες που ανατρέπουν τις παλιές, καθώς και στα αμείλικτα "γιατί;" που βασανίζουν τους επιστήμονες. Όπως για παράδειγμα εκείνο που συμβαίνει με τις "αινιγματικές ιδιότητες του φωτός".

Στο τέλος του 19ου αιώνα, τότε που ακόμη βασίλευαν ακλόνητοι οι νόμοι του Νεύτωνα μπορούσες, αν έτρεχες αρκετά γρήγορα, να προλάβεις μία αχτίδα φωτός (τα φωτόνια) και να συμπορευτείς με αυτήν· αντίθετα, η νέα τότε ηλεκτρομαγνητική θεωρία του Μάξγουελ πρέσβευε πως αυτό ήταν αδύνατον. Ο Αϊνστάιν έλυσε αυτή την αντίφαση το 1905 με την Ειδική Θεωρία της Σχετικότητας, ορίζοντας πως κανένα υλικό αντικείμενο (ή καμία άλλη επίδραση) δεν μπορεί να φτάσει την ταχύτητα του φωτός. Στη θέση της όμως δημιούργησε μία δεύτερη αντίφαση. Σύμφωνα με την θεωρία του Νεύτωνα η βαρύτητα επιδρούσε ακαριαία σε αχανείς αποστάσεις και έτσι μπορούσε (ως επίδραση) να προλάβει το φως--καταρρίπτοντας έτσι την αιτιότητα στο Σύμπαν. Ήταν πάλι ο Αϊνστάιν, δέκα χρόνια αργότερα, που έλυσε και αυτή την αντίφαση με την Γενική Θεωρία της Σχετικότητας. Και οι δύο αυτές θεωρίες άλλαξαν τις έννοιες του χώρου και του χρόνου, μιλώντας για καμπύλο χώρο και χρόνο που διαστελλόταν, αλλά έθεσαν τα θεμέλια για μία τρίτη ισχυρή αντίφαση, που παραμένει ως τις μέρες μας.

Στις αρχές του 20ου αιώνα και για τρεις δεκαετίες περίπου οι φυσικοί επιστήμονες ανέπτυξαν την Κβαντομηχανική, διότι η μέχρι τότε Φυσική ήταν απελπιστικά ανεπαρκής όταν εφαρμοζόταν στον μικροσκοπικό κόσμο των συστατικών του ατόμου. Βασικό θεμέλιο της Κβαντομηχανικής ήταν η αρχή της αβεβαιότητας, η οποία ευθυνόταν για αρκετά παράδοξα τα οποία αψηφούσαν την κοινή λογική. Παρόλα αυτά, η Κβαντομηχανική απαντούσε σωστά και με εξαιρετική ακρίβεια σε πλήθος ερωτημάτων, και ήταν ίσως η πληρέστερα επαληθευμένη -- από το πείραμα μέχρι οχτώ δεκαδικά ψηφία!-- θεωρία στην Ιστορία της επιστήμης. Αρκετές ισχυρές αποδείξεις υπήρχαν και για την Γενική Θεωρία της Σχετικότητας.

Η τρίτη όμως ,και βαθύτερη, αντίφαση είναι πως η Γενική Θεωρία της Σχετικότητας και η Κβαντομηχανική δεν συμφωνούν στην θεώρηση του χώρου και του χρόνου. Διότι η μεν θεωρία της Σχετικότητας περιγράφει τους γαλαξίες, τα άστρα και το διάστημα ανάμεσά τους το οποίο μπορεί να καμπυλώνεται, καθώς και τον χρόνο που κυλάει πιο αργά ή πιο γρήγορα -- και όλα αυτά υπό την πανταχού παρούσα επήρεια της βαρύτητας -- αλλά τα φαινόμενα συμβαίνουν ομαλά και η αιτιότητα διατηρείται: πρώτα θα εκραγεί ένα αστέρι και μετά θα παρατηρήσουμε την λάμψη.

Όταν όμως κατέβουμε στο επίπεδο των στοιχειωδών σωματιδίων που απαρτίζουν την ύλη (αλλά και την ενέργεια, δηλαδή τις δυνάμεις του σύμπαντος), μέσα στον "κβαντικό αφρό" όπως επιτυχημένα αποκαλείται, με την φρενιασμένη του αέναη δραστηριότητα, αυτή η ομαλότητα διαρρηγνύεται: ο χώρος δεν είναι συνεχής, και "οι συμβατικές έννοιες του αριστερά και δεξιά, εμπρός και πίσω, πάνω και κάτω, (και ακόμη του πριν και μετά) χάνουν τη σημασία τους". Εκεί όπου βασιλεύει η Κβαντομηχανική δεν υπάρχει θέση για την Γενική Θεωρία της Σχετικότητας. Αν αυτό ισχύει, τότε το Σύμπαν δεν είναι συμμετρικό και οι φυσικοί νόμοι δεν ισχύουν παντού απαράλλαχτοι! Οι δύο βασικοί πυλώνες της Φυσικής του 20ου αιώνα, αυτά τα επιβλητικά διανοητικά οικοδομήματα, χωρίζονται από ένα αγεφύρωτο χάσμα, όπου μαίνεται εφιαλτικά ο σφοδρός "κβαντικός αφρός" του υποατομικού κόσμου.

Τα αμείλικτα "γιατί" πολλαπλασιάζονται καθώς εξερευνούμε την ύλη και τα στοιχειώδη σωματίδια που την αποτελούν. Παρόλο που η βασική αρχή των αρχαίων Ελλήνων ότι υπάρχουν μερικά άτμητα σωματίδια δεν έχει καταρριφθεί ακόμη, τα σωματίδια αυτά δεν είναι πλέον τα άτομα, ούτε τα πρωτόνια: είναι τα κουάρκ (μία λέξη που προέρχεται από το Φίνεγκανς Γουέϊκ του Τζόυς) διαφόρων μορφών και αποχρώσεων, και τα λεπτόνια, και συγκροτούν τρεις "οικογένειες" ύλης και αντιϋλης. Υπάρχουν ισχυροί θεωρητικοί λόγοι που συνηγορούν στο ότι ίσως έχουμε φθάσει στην μικρότερη από τις ρώσικες κούκλες, αλλά τα ερωτήματα παραμένουν: γιατί υπάρχουν τόσα στοιχειώδη σωματίδια σε τρεις οικογένειες; Γιατί έχουν αυτές τις μάζες και όχι άλλες; Γιατί για παράδειγμα ένας τύπος κουάρκ να ζυγίζει 40 χιλιάδες φορές περισσότερο από έναν άλλο; Είναι τυχαίο, ή υπάρχει κάποια θεωρητική εξήγηση που μπορεί να ανάγεται στην αρχή της Δημιουργίας και που κρύβει μία εξήγηση για το σύμπαν μας; Αναρωτιόμαστε επίσης και για άλλα σωματίδια, που είτε υποθέτουμε πως υπάρχουν (όπως το μυστηριώδες μποζόνιο του Χιγκς) είτε έχουν ανακαλυφθεί χωρίς όμως να συγκροτούν την ύλη, ταξιδεύοντας στο διάστημα, -- όπως για παράδειγμα τα δισεκατομμύρια νετρίνα που διαπερνούν αυτή τη στιγμή το σώμα σας. Μερικά μάλιστα εμφανίζονται τόσο απροσδόκητα, ώστε όταν ανακαλύφθηκε ένα ακόμη σωματίδιο που δεν το "χρειαζόταν" καμία θεωρία, ο νομπελίστας φυσικός Ραμπάϊ αναρωτήθηκε: "Αυτό ποιος το παρήγγειλε;"

Όταν προσθέσουμε τις δυνάμεις που κυριαρχούν στο Σύμπαν, τότε τα κομμάτια που λείπουν από το παζλ πολλαπλασιάζονται. Οι τέσσερις αυτές δυνάμεις (η βαρυτική, η ηλεκτρομαγνητική, η ασθενής πυρηνική και η ισχυρά πυρηνική), έχουν κοινά χαρακτηριστικά, αλλά και μεγάλες διαφορές επενέργειας και ισχύος. Για παράδειγμα η ηλεκτρομαγνητική δύναμη (αυτή που ενεργεί στο ακουστικό του τηλεφώνου σας) είναι ένα εκατομμύριο δισεκατομμύρια δισεκατομμύρια δισεκατομμύρια δισεκατομμύρια φορές ισχυρότερη από την δύναμη της βαρύτητας; Γιατί αυτή η τεράστια διαφορά; "Αυτή δεν είναι μία ερώτηση που προέρχεται από αργόσχολη φιλοσοφική διάθεση για το αν μερικές λεπτομέρειες συμβαίνει να είναι έτσι ή αλλιώς· το Σύμπαν θα ήταν ένας εντελώς διαφορετικός τόπος αν οι ιδιότητες της ύλης και των δυνάμεων άλλαζαν, έστω και λίγο". Αν η βαρύτητα ήταν ελαφρά ισχυρότερη, τότε το Σύμπαν είτε θα είχε καταρρεύσει, είτε θα ήταν μία παγωμένη στέπα χωρίς άστρα και χωρίς ζωή. Άρα το Σύμπαν είναι ακριβώς αυτό που είναι γιατί τα σωματίδια και οι δυνάμεις έχουν αυτές τις ιδιότητες και όχι άλλες. Ποια όμως είναι η επιστημονική εξήγηση του γιατί, την οποία από μόνη της ούτε η θεωρία της Σχετικότητας, αλλά ούτε και η Κβαντομηχανική μπορούν να δώσουν;


Κοσμική συμφωνία εγχόρδων

Είναι δυνατόν να απαντήσει σε αυτά τα ερωτήματα μία και μόνη φυσική θεωρία που τα περικλείει όλα; Δεν εννοούμε μία θεωρία που ερμηνεύει τα πάντα αχρηστεύοντας όλες τις άλλες επιστήμες, διευκρινίζει ο Γκρίν, αλλά μία θεωρία που ισχύει απαράλλαχτη στους αστρικούς γαλαξίες, στις μαύρες τρύπες, στα απειροελάχιστα σωματίδια της ύλης και στις φυσικές δυνάμεις. Ακόμη και αν υπάρχει μία τέτοια θεωρία, σίγουρα δεν έχει ανακαλυφθεί ακόμα. Υπάρχει όμως μία υποψήφια. Η θεωρία αυτή λέγεται θεωρία των χορδών (ή των υπερχορδών, όταν προστεθούν κάποιες υποθέσεις συμμετρίας για το Σύμπαν) και η φιλοδοξία της είναι όντως να εξηγήσει τα πάντα--όταν ολοκληρωθεί διότι είναι ακόμη μία θεωρία "εν αναπτύξει" και οι φυσικοί ιχνηλατούν τις παρυφές της. Η απείρως σεμνότερη φιλοδοξία του Μπραϊαν Γκρίν, ενός θεωρητικού φυσικού και συμμέτοχου στην "επανάσταση των υπερχορδών" είναι να εξηγήσει στον αμύητο, δηλαδή στην συντριπτική πλειονότητα των αναγνωστών, αυτή ακριβώς την θεωρία, αλλά και τις συνέπειες, τις επιπτώσεις που θα έχει, καθώς και τις προβλέψεις που -- όπως κάθε καλή θεωρία -- μπορεί να κάνει. Τα καταφέρνει λοιπόν εξαιρετικά καλά εκλαϊκεύοντας ένα από τα δυσκολότερα ζητήματα της σύγχρονης Φυσικής, κάτι που φαντάζει ακόμη εντυπωσιακότερο, αν αναλογιστούμε πως δεν πρόκειται για κάτι τελειωμένο, παγιωμένο και επαληθευμένο, αλλά για θεωρητικές προσεγγίσεις συχνά αδιαμόρφωτες.

Η θεωρία των υπερχορδών βασίζεται σε μία φαινομενικά απλή αρχή. Θεωρεί ότι όλα τα στοιχειώδη σωματίδια είναι όχι σημεία στο χώρο, αλλά μικροί βρόχοι, μονοδιάστατες χορδές σαν ελαστικές ταινίες που πάλλονται διαρκώς. Έτσι όλες οι ιδιότητες των σωματιδίων που παρατηρούμε οφείλονται στους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους μπορεί να πάλλεται μία χορδή. "Ακριβώς όπως οι χορδές ενός βιολιού ή ενός πιάνου έχουν συχνότητες συντονισμού, στις οποίες προτιμούν να πάλλονται--τρόπους δηλαδή που τα αυτιά μας νοιώθουν ως νότες--έτσι συμβαίνει και στην θεωρία των χορδών. Αλλά […] αντί να παράγουν μουσικές νότες, κάθε [διαφορετική] μορφή δόνησης μίας χορδής […] εμφανίζεται ως σωματίδιο του οποίου η μάζα και το φορτίο εξαρτώνται από τον τρόπο δόνησης. Το ηλεκτρόνιο είναι μία χορδή που πάλλεται με έναν τρόπο, το κάθε κουάρκ, ή το φωτόνιο, μία χορδή που δονείται με έναν διαφορετικό τρόπο". Έχουμε έτσι μία μουσική του σύμπαντος, μία κοσμική συμφωνία, με διαφορετικές "νότες" που παράγονται, είτε πρόκειται για την ύλη είτε πρόκειται για την ενέργεια, από τον ίδιο βασικό δομικό λίθο: την χορδή που δονείται.

Αυτή η φαινομενικά απλή αντικατάσταση του σημείου από την χορδή έχει πολύ σοβαρές συνέπειες. Δημιουργεί επίσης πολλά προβλήματα και παράγει αλλόκοτες έννοιες, που απαιτούν να αλλάξουμε τον τρόπο που κατανοούμε τον χώρο και τον χρόνο. Για παράδειγμα, για να μπορέσει να εξηγήσει τη φύση, η θεωρία των χορδών δεν αρκείται στις γνωστές μας τρεις διαστάσεις -- το μήκος, το πλάτος και το ύψος, που γίνονται τέσσερις μαζί με τον χρόνο. Απαιτεί δέκα διαστάσεις, κάτι που προκαλεί άμεσα την εύλογη απορία: οι άλλες έξι (αβάφτιστες ακόμη) που βρίσκονται, και γιατί δεν τις βλέπουμε; Η απάντηση είναι ότι οι άλλες διαστάσεις είναι "κουλουριασμένες" γιατί ίσως δεν πρόλαβαν να αναπτυχθούν τις πρώτες στιγμές της Δημιουργίας, κατά την Μεγάλη Έκρηξη. Αλλά τα αλλόκοτα δεν σταματούν εδώ: η θεωρία προβλέπει ότι τα ταξίδια στον χρόνο αλλά και τα αστραπιαία ταξίδια σε μακρινές γωνιές του σύμπαντος μέσα από "τούνελ" του χώρου, δεν πρέπει να αποκλείονται -- δίνοντας έτσι άφθονη τροφή και στην επιστημονική φαντασία, αλλά και σε ορκισμένους εχθρούς της θεωρίας.


Επιστήμη ή ευσεβείς πόθοι;

Μερικοί από αυτούς τους εχθρούς της αρχικά ισχυρίστηκαν ότι η θεωρία των χορδών δεν διέφερε από την μεσαιωνική θεολογία. Διατείνονταν μάλιστα ότι οι θεωρητικοί φυσικοί των χορδών έκαναν τόσο κακό στην επιστήμη όσο είχαν κάνει οι θεολόγοι του Μεσαίωνα, και οι αναζητήσεις τους δεν διέφεραν από τις εικασίες για το πόσοι άγγελοι μπορούν να χορέψουν στην μύτη μίας καρφίτσας. Υπήρχαν όμως και άλλες αντιρρήσεις. Οι χορδές αυτές είναι τόσο μικρές που η ύπαρξή τους είναι αδύνατον να επαληθευτεί άμεσα με πειραματικούς τρόπους. Αυτό διότι η έρευνα για την ανακάλυψη στοιχειωδών σωματιδίων γίνεται μέσα σε τεράστιους επιταχυντές, που θρυμματίζουν την ύλη και κατόπιν ερευνούν τα ίχνη που αφήνουν τα συντρίμμια. Στην περίπτωση των χορδών, ο επιταχυντής που θα απαιτείτο θα είχε στην καλύτερη περίπτωση το μέγεθος του γαλαξία μας, και στην χειρότερη το μέγεθος του γνωστού σύμπαντος! Αυτή η μελαγχολική διαπίστωση έκανε πολλούς να πουν ότι η Φυσική είναι μία νεκρή επιστήμη, μια και η θεωρία δεν μπορεί να επαληθευτεί πειραματικά, μη διαφέροντας έτσι από ένα μαθηματικό παιχνίδι επί χάρτου. Αλλά συνέβαινε και κάτι χειρότερο. Δεν υπήρχε μόνον μία θεωρία των χορδών, αλλά τουλάχιστον πέντε: ποια από τις πέντε ήταν η Θεωρία του Παντός;

Παρά τις επιθέσεις και τα προβλήματα, η θεωρία των χορδών, που γνώρισε τουλάχιστον δύο νεκραναστάσεις στην τελευταία δεκαπενταετία, σήμερα θεωρείται η επικρατέστερη θεωρία που κάποια μέρα ίσως μπορέσει να εξηγήσει το Συμ‑παν. Οι ελπίδες αναπτερώθηκαν όταν οι επιστήμονες, εδώ και τρία χρόνια περίπου, ανακάλυψαν ότι οι πέντε διαφορετικές θεωρίες ήταν μερικές όψεις μίας κοινής θεωρίας: ήταν σαν πέντε τυφλοί να ψηλαφούσαν διαφορετικά μέρη του ίδιου ελέφαντα και ο καθένας να είχε την δική του θεωρία περί τίνος ζώου επρόκειτο. Η καινούργια θεωρία, που μυστηριωδώς ονομάζεται θεωρία Μ (M-theory), είναι ακόμη στα σπάργανα, και διαθέτει μία εξαιρετική πολυπλοκότητα που απαιτεί ισχυρούς υπολογιστές και φρέσκιες μαθηματικές έννοιες.

Αλλά και στο πεδίο της επαλήθευσης υπάρχει χώρος για αισιοδοξία. Οι πειραματικές αποδείξεις θα μπορούσαν να είναι έμμεσες: ήδη η θεωρία των χορδών έλυσε ένα βασικό πρόβλημα με τις μαύρες τρύπες του διαστήματος, που παρέμενε άλυτο για εικοσιπέντε χρόνια· ισχυρίζεται επίσης ότι επειδή η θεωρία προβλέπει την βαρύτητα και δεν την ενσωματώνει εκ των υστέρων, διαθέτει μία ακόμη έμμεση πειραματική επαλήθευση. Πάντως ο Στήβεν Χώκινγκ είναι μάλλον αισιόδοξος για την τελική έκβαση: το στοίχημα που έβαλε με το ακροατήριό του πρόσφατα στην Κρήτη, ήταν ότι υπάρχει μία πιθανότητα 50 - 50 να ανακαλυφθεί η πλήρης θεωρία μέσα στα επόμενα είκοσι χρόνια. Υποσχέθηκε μάλιστα να επιστρέψει τότε και να μιλήσει για την Τελική Θεωρία, την Θεωρία του Παντός.

Σε μία εποχή που τα μυστήρια γύρω μας πολλαπλασιάζονται και οι επιστήμονες μιλούν μία γλώσσα από την οποία κινδυνεύουμε να καταλαβαίνουμε μόνον τα άρθρα, το Κομψό Σύμπαν του Γκρίν αποτελεί έναν απαραίτητο φωτεινό οδηγό στο ημίφως. Σίγουρα απαιτεί έναν επιμελή αναγνώστη, σαφώς κάποια παραδείγματα του δεν είναι τόσο επιτυχημένα, και μάλλον βαραίνει προς το τέλος, καθώς το οικοδόμημα των εντελώς νέων και δυσνόητων εννοιών ψηλώνει. Αλλά δεν είναι καθόλου τυχαίο πως αυτό το βιβλίο, που πραγματεύεται ένα τέτοιο δύσκολο θέμα, διαβάστηκε από τόσους πολλούς κοινούς θνητούς. Τους έκανε να πιστέψουν πως αν το Σύμπαν είναι κομψό, πιθανότατα είναι και κατανοητό.

Το Σύμπαν σε ένα Βερίκοκο

Η φλούδα του βερίκοκου
Πάνος Α. Λιγομενίδης
Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα 2004

Σελίδες:526

Το βιβλίο αυτό είναι ένας καθρέφτης, που αντανακλά την αγωνία και το προσωπικό ενδιαφέρον του συγγραφέα, του καθηγητή πληροφορικής, ακαδημαϊκού και ερευνητή Πάνου Λιγομενίδη για τα θεμελιώδη ερωτήματα της ύπαρξης. «Αυτά τα υπαρξιακά ερωτήματα μπαίνουν συνήθως ενωρίς στη ζωή μας, ...όμως με την ενηλικίωση στους περισσότερους από εμάς τα ερωτήματα αυτά ξεχνιούνται... και συνήθως στα τελευταία χρόνια του βίου μας αντιλαμβανόμαστε με επώδυνο τρόπο ότι έχουμε ξοδέψει πολύ χρόνο στον πλανήτη αυτό χωρίς να έχουμε πραγματικά ζήσει,.. και τότε βιώνουμε μία περίοδο κρίσης». Προσπαθούμε τότε να ζήσουμε την πραγματική ζωή, η οποία περιέχει την «αισθητική αναζήτηση της αλήθειας περί υπάρξεως». Η αναζήτηση αυτή συντελεί στην λύση της κρίσης, αφήνοντας ενίοτε στον διάβα της βιβλία όπως «η φλούδα του βερίκοκου».

Όμως, τα υπαρξιακά ερωτήματα δεν ξετυλίγουν εύκολα το νήμα της σκέψης. Έτσι λοιπόν το βιβλίο αυτό προσπαθεί να τα πει όλα: από την δόμηση της πληροφορίας στο Σύμπαν, την μορφογένεση των οργανισμών, την αρχή του κόσμου με την Μεγάλη Έκρηξη και το άδηλο τέλος του, τα μυστήρια της υποατομικής ύλης, την ανθρώπινη συνειδητότητα, μέχρι την διασύνδεση όλων, την παραψοχολογία και την μεταφυσική. Αυτός ο καθρέφτης των πάντων μέσα στην Θεωρία του Παντός είναι ταυτόχρονα το βασικό πλεονέκτημα, αλλά και το αδύνατο σημείο του βιβλίου. Πλεονέκτημα, διότι σε αυτό τον πλούτο θεμάτων και ανάπτυξης ο αναγνώστης θα βρει πολλά και ενδιαφέροντα καινούργια πράγματα, ακόμη και για ζητήματα με τα οποία έχει ξανασχοληθεί και ξαναδιαβάσει. Κατά τούτο, το βιβλίο αυτό αποτελεί έναν χρήσιμο τόμο αναφοράς για την σύγχρονη επιστημονική κοσμοαντίληψη, και ίσως τελικά ο αναγνώστης να βρει και τους συνδετικούς κρίκους, προκειμένου να κατανοήσει πώς δομείται το όλον.

Όμως, παρά τις προσπάθειες του συγγραφέα, το αντίτιμο είναι η συχνή επανάληψη που χαλαρώνει την δομή, χωρίς απαραίτητα να δημιουργεί εκείνους τους επάλληλους κύκλους που θα βάθαιναν την κατανόηση. Οι πρωθύστερες ή ξαφνικές αναφορές σε δύσκολες έννοιες, (πόσοι π.χ. κατανοούν τις «νευρωνικές συσχετίσεις της συνείδησης»;) χωρίς επαρκή επεξήγηση αφήνουν μερικά κενά, ακόμη και μετά την ανάγνωση των 500 σελίδων του βιβλίου.Παρά τις αδυναμίες του, το βιβλίο είναι ένα κατόρθωμα διόλου ευκαταφρόνητο, αν μη τι άλλο για το μέγεθος της προσπάθειας αντιμετώπισης εννοιολογικών ογκολίθων, και για τις γόνιμες διασυνδέσεις με την τέχνη, την αρχαιοελληνική σκέψη και την φιλοσοφία γενικότερα -- και μακάρι να γράφονται περισσότερα παρόμοια βιβλία από Έλληνες συγγραφείς. Ικανοποιεί την μεγάλη ανάγκη για εκλαΐκευση των επιστημών, οι οποίες στις μέρες μας έχουν τόσο απομακρυνθεί από τον μέσο άνθρωπο, και προσφέρει αυτή την διαφορετική ματιά που, στην άνυδρη δυτική επιστημονική σκέψη, είναι αγαθό ουσιώδες εν ανεπαρκεία.

Για να δαμάσει το θέμα του, ο συγγραφέας χωρίζει το βιβλίο σε δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος, στην Περιγραφή του Κόσμου και της Συνείδησης, βάζει τα θεμέλια για την αναζήτηση των υπαρξιακών ζητημάτων που θα εξεταστούν αργότερα. Ακρογωνιαίο λίθο του βιβλίου αποτελεί η έννοια της πληροφορίας και αναλύεται πρώτη: περιγράφονται η δόμηση και η διάδοσή της, καθώς και ο ρόλος που παίζει στην εξέλιξη -- από το κύτταρο και τα υποατομικά σωματίδια μέχρι τους γαλαξίες και τις μαύρες τρύπες του Σύμπαντος. Κατόπιν σειρά έχουν η συνείδηση και τα μοντέλα του νου, αλλά και η σχέση τους με τον φυσικό κόσμο, μία απαραίτητη διασύνδεση για την σύγχρονη επιστημονική έρευνα, όπου ο νους καθορίζει τα όρια και την φύση της παρατήρησης.Τα όρια του νου φαίνονται ακόμη καθαρότερα στη συνέχεια του βιβλίου, όπου περιγράφονται οι βασικές επιστημονικές θεωρίες του 20ου αιώνα, η θεωρία της σχετικότητας και η κβαντική φυσική, και οι δύσκολες έννοιες του διαστελλόμενου χρόνου και της παράδοξης αβεβαιότητας μεταξύ αίτιου και αποτελέσματος.

Ο νους επίσης δυσκολεύεται να κατανοήσει πώς αυτές οι δύο θεωρίες, που περιγράφουν τόσο καλά τον φυσικό κόσμο, είναι ασύμβατες μεταξύ των. Και όταν φτάνουμε στην σύγχρονη θεωρία των υπερχορδών, ο νους φτάνει στα όριά του, γιατί πόσοι από εμάς μπορούν να συλλάβουν ένα χώρο με 12 διαστάσεις, οι οποίες απαιτούνται για να αποτυπωθεί η θεωρία; Ίσως μπορούμε να το συλλάβουμε αν πρώτα καταδυθούμε σε θεμελιώδεις έννοιες: στον χώρο, στον χρόνο, στην ύλη, στα πεδία των δυνάμεων και στην ενέργεια, καθώς και στις μεταξύ τους σχέσεις. Σε αυτή την κατάδυση το βιβλίο μας συντροφεύει με αρκετή επιτυχία, όπως για παράδειγμα όταν προσεγγίζει και συμμερίζεται, «την βαθιά ενοχλητική ιδέα ότι η εξωπραγματική δυνατότητα να συμβεί κάτι, μπορεί να έχει αποφασιστική επίδραση σε αυτό που πράγματι συμβαίνει!».

Αυτά τα φαινομενικά παράδοξα και ανεξήγητα του φυσικού κόσμου ωθούν προς την αναζήτηση των αιτίων της πραγματικότητας, που αποτελεί το δεύτερο μέρος του βιβλίου. Στον φυσικό κόσμο, όπως τον περιγράφει η επιστήμη, το αυτονόητο δεν είναι κατ’ ανάγκη και το πραγματικό. Το ισχύον το προτείνει η σύγχρονη θεωρία και ο μαθηματικός φορμαλισμός, και τα αποδεικνύει το πείραμα, αν και μερικές φορές, ιδιαίτερα στην κβαντομηχανική, η σειρά είναι αντίστροφη: πρώτα έρχεται το πείραμα και μετά τρέχει η θεωρία να καλύψει το κενό. Πολύ ενοχλητικά είναι και τα λεγόμενα «πειράματα της σκέψης» (τα οποία συνήθως έχουν απαγορευτικούς πρακτικούς περιορισμούς, αλλά είναι κατ’ αρχήν εφικτά) όπως για παράδειγμα τα ταξίδια μέσα από «σκουληκότρυπες», δηλαδή σωλήνες που ξεκινούν από μαύρες τρύπες και ενώνουν διαφορετικούς χωροχρόνους, επιτρέποντας την ακαριαία μετάβαση σε ένα πολύ απομακρυσμένο σημείο του Σύμπαντος, πιθανώς με ένα άλμα στο μέλλον.

Ο τρόπος που ερμηνεύονται όλα αυτά τα παράδοξα οδηγεί στο καλύτερο τμήμα του βιβλίου: στην ανάλυση της «Μεταφυσικής Έννοιας της Πραγματικότητας». Διότι «κατά τις πρόσφατες δεκαετίες, οι ραγδαίες πρόοδοι στη φυσική, στην πληροφορική και στην τεχνητή νοημοσύνη ανακίνησαν εκ νέου το έντονο ενδιαφέρον στην έρευνα θεμελιωδών προβλημάτων σχετικά με την πραγματικότητα του φυσικού κόσμου, την λειτουργία της συνείδησης και την σχέση μεταξύ των». Όταν λοιπόν η εμπειρική (κατ΄ ουσίαν «μηχανιστική») αντίληψη του κόσμου, που υπαγορεύεται από την καθημερινή εμπειρία, ανατρέπεται από μία ολιστική θεωρία ή ένα παράδοξο πείραμα, τότε μοιραία η μηχανιστική και η ολιστική θεώρηση του φυσικού κόσμου θα βρεθούν αντιμέτωπες. Το κρύσταλλο της απόλυτης αιτιοκρατίας θα ραγίσει και η πραγματικότητα θα είναι προβλέψιμη μόνον ως ένα στατιστικό μέγεθος, και όχι ως απόλυτη βεβαιότητα του πότε ακριβώς θα συμβεί κάτι. Αυτό με την σειρά του θα οδηγήσει σε ριψοκίνδυνες θεωρήσεις της πραγματικότητας, όπου όλα είναι συνδεδεμένα, δηλαδή «το όλον είναι ένα», το μέλλον επικοινωνεί με το παρελθόν και η ελεύθερη βούληση του ανθρώπου αναιρείται.

Ο συγγραφέας δεν αποδέχεται άκριτα τις ακραίες μεταφυσικές θέσεις -- που ας σημειωθεί έχουν εκφραστεί από σημαντικούς επιστήμονες -- αλλά τις προσφέρει ως τροφή για σκέψη. Η σημαντικότερη αλήθεια του βιβλίου ίσως κρύβεται σε ένα παρόραμα της βιβλιογραφίας, όπου ο πρωτότυπος τίτλος του βιβλίου «Σκιές του Νου» του Ρότζερ Πενρόουζ αναφέρεται ως “Shallows of the Mind”. Εκεί στα Αβαθή του Νου, δηλαδή στην πάλη του να απελευθερωθεί από τους περιορισμούς του, ίσως να βρίσκεται το κλειδί της αντιμετώπισης των υπαρξιακών ζητημάτων. Διότι, εν τέλει, σημασία έχει να συλλογάσαι καλά.

Θα Αποκεφάλιζε μία Γυναίκα έναν Όμηρο;


The Essential Difference
Simon Baron Cohen
Men, Women and the Extreme Male Brain
Penguin, 2004
Σελίδες: 288

Αν οι άνδρες είναι απ’ τον Άρη και οι γυναίκες απ’ την Αφροδίτη, πώς συμβιώνουν στον ίδιο πλανήτη; Αν οι διαφορές τους είναι τόσο μεγάλες, πώς προέκυψαν και πώς εξελίχθησαν; Γι’ αυτό το χάσμα ευθύνεται η βιολογία ή η κοινωνία; Και ακόμη, αυτές οι ορατές δια γυμνού οφθαλμού διαφορές, που τόση τροφή έχουν δώσει στην λογοτεχνία και τον κινηματογράφο, πόσο αντέχουν όταν εξεταστούν κάτω από τον ισχυρό προβολέα της επιστήμης;

Το βιβλίο του Simon Baron-Cohen «Η Ουσιώδης Διαφορά» επιχειρεί να διασχίσει το πολιτικά ναρκοθετημένο πεδίο των διαφορών των δύο φύλων, για τις οποίες έχουν ήδη γραφτεί αρκετά βιβλία, συνήθως ελαφρά και πνευματώδη. Τώρα όμως η απάντηση έρχεται από το βαρύ πυροβολικό του Κέιμπριτζ. Ο Baron-Cohen, ένας πειραματικός ψυχολόγος διεθνούς κύρους, και καθηγητής στο Κέιμπριτζ, παρουσιάζει μία θεωρία διαφορών που στηρίζεται σε ογκώδεις ενδείξεις και τεκμηριωμένα πειράματα, υποστηρίζοντας ότι οι διαφορές των δύο φύλων έχουν βαθιές βιολογικές ρίζες και ερμηνεύουν ένα πλήθος καθημερινών συμπεριφορών.

Ο συγγραφέας δεν μασάει τα λόγια του, παρόλο που αναγνωρίζει ότι το θέμα είναι ευαίσθητο. Ήδη από την πρώτη σελίδα του βιβλίου διατυπώνει το βασικό συμπέρασμα της θεωρίας του, το οποίο είναι: «Το γυναικείο μυαλό είναι ‘καλωδιωμένο’ κυρίως για ενσυναίσθηση [ας την πούμε συμπόνια]. Το ανδρικό μυαλό είναι ‘καλωδιωμένο’ κυρίως για την κατανόηση και την κατασκευή συστημάτων». Αυτό βέβαια σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι όλες οι γυναίκες διαθέτουν κυρίως το ένα χαρακτηριστικό, και οι άνδρες το άλλο, και ο Baron-Cohen «θα δάκρυζε από απογοήτευση» αν οι αναγνώστες του έβγαζαν αυτό το συμπέρασμα. Οι διαφορές ισχύουν στον πληθυσμό κατά μέσον όρο: τα δύο φύλα ενδιαφέρονται και για ανθρώπους και για συστήματα.

Πριν όμως παραθέσει τα επιχειρήματα και τα δεδομένα του, ο συγγραφέας ασχολείται με τους όρους «ενσυναίσθηση» και «σύστημα». Ενσυναίσθηση είναι η επικρατέστερη απόδοση του αγγλικού δάνειου όρου empathy, που συμπεριλαμβάνει την κοινώς νοούμενη συμπάθεια ή συμπόνια. Ακριβέστερα, και ανεξάρτητα από το τι πιστεύουμε εμείς για τον εαυτό μας, είναι το πόση συναισθηματική κατανόηση πιστεύουν οι άλλοι ότι διαθέτουμε. Η ενσυναίσθηση αφορά στον αυθόρμητο και φυσικό συντονισμό με τις σκέψεις και τα αισθήματα του άλλου, όποια και αν είναι αυτά. Είναι η κοινωνική συμμετοχή και όχι, για παράδειγμα, η μονοπώληση μίας συζήτησης. Όποιος δεν αφήνει τον συνομιλητή του να σταυρώσει κουβέντα, σίγουρα δεν διαθέτει αυτή την αρετή, ότι και αν λέει. Η ενσυναίσθηση οδηγεί όχι μόνον στον αναγνώριση των συναισθημάτων του άλλου, αλλά και στην παρακολούθηση τους, και κατ’ ουσίαν πρόκειται για ένα άλμα της φαντασίας μέσα στο μυαλό ενός άλλου ανθρώπου. Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό διότι «είναι η κόλλα των κοινωνικών σχέσεων...αλλά και διότι παρέχει ένα πλαίσιο για την ανάπτυξη ενός κοινωνικού κώδικα».

Αν όμως η ενσυναίσθηση είναι ενστικτωδώς κατανοητή, τι είναι η «συστηματοποίηση»; «Είναι η επιθυμία να κατανοήσεις πώς λειτουργεί ένα σύστημα και να φτιάξεις ένα», όπου ως σύστημα δεν νοούνται μόνον οι μηχανικές κατασκευές (όπως τα εργαλεία, ή τα μουσικά όργανα), και όπου ως κατασκευή νοείται η δόμηση, και όχι απαραίτητα το «χτίσιμο». Σύστημα στην ευρύτερή έννοια είναι οτιδήποτε υπάκουει σε νόμους και κανόνες, οι οποίοι προσδιορίζουν σχέσεις εισόδου-λειτουργίας-εξόδου. Κατ’ αυτή την έννοια τα μαθηματικά, η φυσική και η χημεία, το κλίμα, η ιστιοπλοΐα, οι βιβλιοθήκες και τα σπορ είναι συστήματα τα οποία υπακούουν σε κανόνες. Έτσι, για παράδειγμα, σύστημα μπορεί να αποτελεί η ταξινόμηση μίας συλλογής CD (η είσοδος) σύμφωνα με την χρονολογία κυκλοφορίας (η λειτουργία) που παράγει μία νέα ταξινόμηση (η έξοδος) στα ράφια.

Επιπλέον ένα σύστημα μπορεί να είναι πολύ μικρό, όπως ένα κύτταρο, ή πολύ μεγάλο, όπως ένα ολόκληρο ζώο, ή ακόμη και ένα πολιτικό σύστημα. Από αυτήν δεξιότητα, όπου οι άνδρες στατιστικά είναι καλύτεροι, το μεγάλο όφελος είναι ο έλεγχος του περιβάλλοντος, όπου απαιτείται ένας εγκέφαλος που προσέχει περισσότερο την λεπτομέρεια παρά το όλον, και όπου μέσω μίας επαγωγικής διαδικασία φθάνει κανείς –γενικεύοντας -- από την παρατήρηση στον κανόνα.

Υπάρχει ένας εντυπωσιακός όγκος αυστηρών πειραματικών δεδομένων (και όχι απλών νατουραλιστικών παρατηρήσεων) που, συνδυαζόμενος, στηρίζει την θεωρία του Baron-Cohen. Ήδη από την ηλικία των τριών χρόνων, τα πειράματα δείχνουν πως τα κορίτσια προηγούνται των αγοριών στην ικανότητα να συμπεραίνουν τι σκέπτονται ή τι σκοπεύουν να κάνουν οι άλλοι άνθρωποι· με άλλα λόγια χρησιμοποιούν μία «Θεωρία του Νου». Επίσης, οι γυναίκες όλων των ηλικιών αναγνωρίζουν τα συναισθήματα ακριβέστερα, είτε το πείραμα γίνεται στο Ισραήλ, στην Αυστραλία, στις ΗΠΑ είτε στην Νέα Γουϊνέα! Η διαφορά αυτή έχει βαθύ βιολογικό υπόβαθρο και εμφανίζεται πολύ ενωρίς: σε μωρά μιας ημέρας, τα κορίτσια προτιμούν να κοιτούν το ανθρώπινο πρόσωπο, παρά ένα μομπάιλ (ένα μηχανικό σύστημα), το οποίο προτιμούν τα αγόρια.

Μεγάλες διαφορές εμφανίζονται επίσης στην χρήση της γλώσσας, την οποία τα κορίτσια χειρίζονται καλύτερα από την ηλικία των τριών ετών, αλλά και στον τρόπο προσανατολισμού. Οι άνδρες προσανατολίζονται σ΄ ένα χάρτη με έναν κανόνα, όπως «Πάρε αυτόν τον δρόμο, και στα 100 μέτρα στρίψε δεξιά», ενώ οι γυναίκες με ορόσημα, όπως «Εκεί δίπλα στο στάδιο», στοιχείο που φανερώνει μία διαφορετική οργάνωση της πληροφορίας στον εγκέφαλο, και καταδεικνύει αυτή την «συστηματοποίηση» των ανδρών.

Όμως τι συμβαίνει στο ένα άκρο του φάσματος, όταν δηλαδή κάποιος διαθέτει ένα ακραία συστηματικό μυαλό; Τότε το άτομο αυτό είναι αυτιστικό, δηλαδή είναι κλεισμένο στον εαυτό του, βλέπει όλον τον κόσμο ως ένα γιγαντιαίο σύστημα κανόνων, και διαθέτει μειωμένο «ένστικτο» για τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις. Εδώ ο Simon Baron-Cohen βρίσκεται σε εξαιρετικά γνώριμο τεραίν, όντας ίσως ο γνωστότερος ερευνητής του αυτισμού σήμερα. Το γεγονός ότι υπάρχουν τουλάχιστον 10 αυτιστικά αγόρια (όταν συμπεριλάβει κανείς και τις ήπιες περιπτώσεις, δηλαδή το σύνδρομο Άσπεργκερ) για κάθε κορίτσι, υποστηρίζει ακόμη περισσότερο την θεωρία του για τις διαφορές των δύο φύλων: τα αγόρια, στατιστικά, έχουν να καλύψουν πολύ λιγότερη διαφορά για να φθάσουν στο ακραία συστηματικό μυαλό. Οι περισσότεροι επιστήμονες είναι άνδρες, και ανάμεσά τους συγκαταλέγονται αρκετά ηπίως αυτιστικά άτομα, ισχυρίζεται ο συγγραφέας. Σύμφωνα δε με τις διαθέσιμες πληροφορίες, αυτιστικοί ήταν ο Νεύτων και ο Αϊνστάιν. Στο βιβλίο υπάρχει ένα συγκινητικό πορτραίτο ενός διάσημου μαθηματικού, ο οποίος μπορεί να λύσει τα πολυπλοκότερα μαθηματικά προβλήματα, αλλά τον τρομάζει μία συνομιλία στο τηλέφωνο (όπου απαιτείται ενισχυμένη ενσυναίσθηση, μια και η μόνη διαθέσιμη πληροφορία είναι η φωνή).

Οι περισσότεροι επιστήμονες, σύμφωνα με τον συγγραφέα, είναι άνδρες για λόγους κυρίως βιολογικούς, και όχι πολιτισμικούς. Ο Baron-Cohen υποβαθμίζει την επιρροή του πολιτισμού στις διαφορές των δύο φύλων, και οι έρευνες σε αρκετές σημερινές πρωτόγονες κοινωνίες τον υποστηρίζουν. Δείχνει μάλιστα ότι αυτές οι ρίζες είναι αρχέγονες, από τότε που οι άνδρες έπρεπε να εξασφαλίσουν την επιβίωση της οικογένειας, και για να το κάνουν αυτό έπρεπε να συστηματοποιήσουν την παρατήρηση των φυλλωμάτων στο δάσος και να σκοτώσουν το θήραμα· ακόμη και σήμερα το πείραμα δείχνει ότι οι άνδρες μπορούν να διακρίνουν καλύτερα από τις γυναίκες την κίνηση ενός ανθρώπου ή ενός ζώου στο δάσος.

Το βιβλίο αυτό του Baron-Cohen ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών και αντιδράσεων στον δυτικό κόσμο, και ιδιαίτερα στις ΗΠΑ. Ο συγγραφέας κατηγορήθηκε από τους φανατικούς ως ρατσιστής και μισογύνης, κάτι που είχε προβλέψει, αν και όχι σε τέτοιο βαθμό. Όπως παρατηρεί και ο ίδιος, κατανοώντας την δυσκολία ενός τέτοιου εγχειρήματος, χρειάστηκε 7 χρόνια για να γράψει
αυτό το βιβλίο, αλλά και για να αποφασίσει να το εκδώσει, πιστεύοντας ότι ενθαρρύνει την κατανόηση των εγγενών διαφορών των δύο φύλων, και όχι την στείρα αντιπαράθεση μεταξύ των, -- η οποία στις ΗΠΑ τουλάχιστον έχει προσλάβει πολεμικές διαστάσεις. Και όπως δείχνουν τα πράγματα, οι άνδρες εκεί έχουν ήδη αρχίσει να κατασκευάζουν συστήματα για τον εποικισμό του Άρη.

Ο Αντεστραμμένος Καθρέφτης


Ο Δήμιος του Έρωτα και Άλλες Ιστορίες Ψυχοθεραπείας

Irving Yalom
Άγρα, 2003
Σελίδες: 390

Η ψυχοθεραπεία, παρά τα 100 της χρόνια, παραμένει ένα καυτό ζήτημα. Κινούμενη, στις διάφορες εκφάνσεις της, ανάμεσα στην τέχνη και την επιστήμη, απασχολεί ζωηρά τόσο τους ειδικούς, οι οποίοι έχουν χωριστεί σε πολλά αντίπαλα στρατόπεδα, όσο και τους κοινούς θνητούς, για τους οποίους αυτό που διαδραματίζεται στο ντιβάνι αποτελεί μυστήριο. Με την έκρηξη των προβλημάτων των ανθρώπων και με το ξεπέρασμα της ενοχής, ειδικότερα για την ψυχανάλυση, το ενδιαφέρον αυτό πολλαπλασιάστηκε.

Φυσικό λοιπόν είναι να πλανώνται διάφορες, αβασάνιστες εν πολλοίς απόψεις για το ζήτημα, με κυρίαρχη αυτή που βλέπει την ψυχανάλυση ως μία μάλλον άχρηστη ενασχόληση ενδοσκόπησης για εκείνους που δεν έχουν να κάνουν κάτι καλύτερο με τον χρόνο τους, ωφελώντας κυρίως το βαλάντιο του θεραπευτή.Όσοι όμως έχουν ακουμπήσει έστω και επιδερμικά την ψυχανάλυση, και δεν έχουν τραπεί σε φυγή τις πρώτες εβδομάδες, δηλώνουν ότι πρόκειται για μία συγκλονιστική εμπειρία· ταρακουνάει εκ βάθρων το είναι του αναλυόμενου, με μεγάλο κόστος στην αρχή -- όταν κανείς ψηλαφά τα βήματα της ζωής του και αισθάνεται ως μωρό που μπουσουλάει, αλλά είναι ανίκανο να περπατήσει-- και με εσωτερική ικανοποίηση πολύ αργότερα, όταν γεύεται έναν-έναν τους καρπούς της αυτογνωσίας.

Αυτή όμως η εμπειρία είναι εξαιρετικά ιδιωτική και δεν μεταφέρεται. Λίγοι ξέρουν τι ακριβώς συμβαίνει πίσω από την ερμητική πόρτα της ανάλυσης, και κάθε μέσον που λειτουργεί ως κλειδαρότρυπα εξάπτει την φαντασία. Ο Ιρβιν Γιάλομ μας δίνει ακριβώς αυτή την ευκαιρία με τα εκλαϊκευτικά βιβλία του, τα οποία γνωρίζουν μεγάλη επιτυχία. Σημαντικός αμερικανός ψυχοθεραπευτής της υπαρξιακής σχολής, καθηγητής με πολύπλευρο επιστημονικό έργο, ο Γιάλομ εγκατέλειψε την εκπαίδευση για να ασχοληθεί με το γράψιμο γιατί, όπως δήλωσε πρόσφατα, αυτό που τον ενδιαφέρει κυρίως είναι να γράψει λογοτεχνικά βιβλία για να μεταφέρει στο ευρύ κοινό τις απόψεις του για τα σημαντικά θέματα της ύπαρξης και την ψυχανάλυση. Πιστεύει ότι είναι ένα δύσκολο εγχείρημα, διότι «η λογοτεχνία δεν φαίνεται να αποδίδει το βάθος και το παράξενο της ανθρώπινης εμπειρίας όπως τις είχε διακρίνει ως θεραπευτής».

Η μεγάλη επιτυχία των βιβλίων του, όπως το «Όταν έκλαψε ο Νίτσε» και «Στο Ντιβάνι», μάλλον δικαίωσαν αυτή την απόφαση. Μάλλον, διότι τα βιβλία του Γιάλομ δραματουργικά και τεχνικά πάσχουν. Νοιώθεις πολλές φορές το βαρύ χέρι του δασκάλου και την ανάσα του θεραπευτή. Η πλοκή μερικές φορές είναι αμήχανη και ο από μηχανής θεραπευτής -- «υπεράνω» ευρισκόμενος και σεμνά χαρούμενος που τα κατάφερε για μίαν ακόμη φορά -- εμφανίζεται συχνά. Παρόλα αυτά τα βιβλία του διαβάζονται με ενδιαφέρον, και αυτό ισχύει και για πρώτο του λογοτεχνικό πόνημα «τον Δήμιο του Έρωτα», τις 10 σύντομες ψυχοθεραπευτικές ιστορίες, όπου σε κάθε μία από αυτές περιγράφει ένα πρόβλημα, την ανά‑λυσή του και την λύση του.

Παραβιάζοντας έναν κανόνα, ο πρόλογος του Δήμιου είναι μεστός και ενδιαφέρων. Από την θητεία του στην ψυχοθεραπεία, ο Γιάλομ διέκρινε πως η ανθρώπινη εμπειρία χαρακτηρίζεται από τέσσερις βασικές συνιστώσες. Η πρώτη είναι η καθολικότητα και το αναπόδραστο του θανάτου. Παρόλο που ο θάνατος μας είναι προφανής, είναι μία αλήθεια «που την ξέρουμε, αλλά δεν την ξέρουμε [...] και γινόμαστε απείρως εφευρετικοί, προκειμένου να τον αρνηθούμε ή να τον αποφύγουμε». Ο εφιάλτης, ένα αποτυχημένο όνειρο, προσφέρει ένα μοναδικό παράθυρο στο άγχος του θανάτου.

Στην ιστορία «Αναζητώντας τον Ονειρευτή», ο Γιάλομ περιγράφει τον Μάρβιν, έναν πεζό και φαινομενικά συγκροτημένο άνθρωπο, οι εφιάλτες του οποίου δείχνουν ολοζώντανα πώς το υποσυνείδητο του προσπαθεί να νικήσει τον θάνατο με όπλο την σεξουαλικότητα.Η ελευθερία επιλογής, η δυνατότητα και η ευθύνη να διαμορφώσουμε την ζωή μας όπως την θέλουμε, είναι η δεύτερη συνιστώσα, που βρίσκεται στους αντίποδες του θανάτου. Είναι μία παράδοξη ελευθερία, που μερικές φορές την εκχωρούμε πρόθυμα σε τρίτους, γιατί δεν αντέχουμε το άγχος του να «είμαστε δημιουργοί κάποιου πράγματος», όπως όρισε την ελευθερία ο Σαρτρ. Έτσι ο Ντεηβ στην ιστορία «Όχι με το μαλακό», λεει πως είναι εγκλωβισμένος – από κάποιες αόρατες δυνάμεις; -- σε έναν αποπνικτικό γάμο, ενώ η παχύσαρκη Μπέττυ (στην «Χοντρή Κυρία»), καλεί τον θεραπευτή να την αδυνατίσει για λογαριασμό της, όσο παράδοξο και αν φαίνεται αυτό.

Αν όμως υπάρχει μία βασική αλήθεια στην ψυχοθεραπεία, αυτή είναι ότι «το κρίσιμο πρώτο βήμα είναι η ανάληψη ευθύνης από τον θεραπευόμενο για την πορεία της ζωής του». Κανείς δεν γίνεται καλά με τηλεκοντρόλ, ούτε όταν περιμένει πρώτα να αλλάξει ο εξωτερικός κόσμος, ο οποίος δήθεν ευθύνεται για το πρόβλημα.Όταν όμως κάποιος αναλαμβάνει την ευθύνη για την ζωή του, είναι πολύ πιθανόν να νοιώσει απελπιστικά μόνος -- ακόμη και αν οι σχέσεις του με τους άλλους ανθρώπους είναι ζεστές και στενές.

Η υπαρξιακή μοναξιά είναι η τρίτη σταθερή συνιστώσα της ύπαρξης, κατά Γιάλομ, και λύση γι’ αυτήν δεν υπάρχει. Ο θεραπευτής
όμως έχει καθήκον "να αποθαρρύνει τις ψευδολύσεις", όπως για παράδειγμα την χρήση του συντρόφου ως αντίδοτου στην απομόνωση, ή την υποσυνείδητη πεποίθηση ότι «η μαμά και εγώ είμαστε ένα». Η Θέλμα στον «Δήμιο του Έρωτα» δηλώνει ερωτευμένη σε μία σχέση που δεν υπήρξε ποτέ και έτσι, παραμένοντας σταθερά προσκολλημένη στο τότε, δεν νοιώθει μοναχή στο τώρα.Τι νόημα όμως έχουν όλα αυτά; Ακριβέστερα, τι νόημα έχει το οτιδήποτε; Αυτή η απουσία νοήματος είναι η τέταρτη σταθερά της ύπαρξης, και ένας λόγος που οι άνθρωποι ζητούν βοήθεια από την ψυχοθεραπεία· την απουσία νοήματος την μεταφράζουν σε απουσία ελέγχου της ζωής τους, κάτι που δεν αντέχεται εύκολα.

Παρόλο που το νόημα της ζωής δεν συζητείται ευθέως, αλλά προκύπτει, είναι πανταχού παρόν στην ψυχοθεραπεία, και το ζήτημα περιπλέκεται από το απροσπέλαστο της εμπειρίας του άλλου, δηλαδή του τρόπου με τον οποίο αποδίδει νόημα στον κόσμο. Τι ακριβώς σημαίνει το χαμόγελο της Μαρί στα «Δύο χαμόγελα», και τι πρέπει να ξέρει ήδη κάποιος, για να μην παρερμηνεύσει το νόημά του; Αυτή η αβεβαιότητα, αυτή η μαύρη τρύπα της έλλειψης νοήματος, πρέπει να κλείνει χωρίς ούτε να αφήνει μεγάλες πληγές, αλλά και ούτε να υπονομεύει την αντιμετώπιση των άλλων τριών συνιστωσών της ύπαρξης. Ακόμη και αν το Σύμπαν δεν έχει νόημα ή σκοπό, ο μικρός άνθρωπος πρέπει να το αποκτήσει. Αλλιώς, όπως θυμόσοφα διατύπωσε ο Τζων Λέννον «Ζωή είναι αυτό που σου συμβαίνει ενόσω κάνεις άλλα σχέδια».

Τετάρτη, 14 Φεβρουαρίου 2007

Τα Μεταξωτά Βρακιά της Πληροφορικής


Game Over


Φώτης Καλαμαντής
Μυθιστόρημα
Εκδόσεις Κριτική, 2006
Σελίδες 315


Αν το 1998 είσαστε γύρω στα σαράντα και όχι τεχνοφοβικός, σίγουρα θα είχατε νοιώσει τα πρώτα δέκατα του μεγάλου ιντερνετικού πυρετού που ξέσπασε λίγο αργότερα. Δηλαδή την επιδημία της φούσκας των dot com, οι οποίες, λίγο μετά την μεγάλη χρηματιστηριακή αρπαχτή τελετουργία, έγιναν dot gone. Αυτό νοιώθει και ο Βασίλης Δελμούζος, και αποφασίζει να ασχοληθεί «με το Ιντερνετ». Όχι επειδή ενδιαφέρεται, αλλά επειδή βαριέται. Είκοσι χρόνια τώρα κάνει ηλεκτρομηχανολογικές μελέτες, έχει ένα γραφείο, βγάζει λεφτά, αλλά θέλει να ασχοληθεί με κάτι άλλο. Και επιχειρεί ένα παράτολμο, για την θέση του και την ηλικία του, πείραμα: ανοίγει τις μικρές αγγελίες και ψάχνει να βρει δουλειά σε μία εταιρία Πληροφορικής.


Το βάπτισμα του πυρός το παίρνει σε μία εταιρία που φτιάχνει ιστοσελίδες – με μία τεχνική εφάμιλλη εργαστηρίου μπουγάτσας – για ότι πετάει στην αγορά: από μπουτίκ κρεάτων και ψαράδικα μέχρι μεγάλες και σοβαρές κατασκευαστικές. Εκεί τα καταφέρνει μια χαρά και ανακαλύπτει ότι του αρέσει να πουλάει: «...το κάνω γατί μ’ αρέσει γιατί είναι μεγάλη τέχνη και άγρια δουλειά. Φτιάχνεις εισόδημα με τα χέρια σου, το βλέπεις να γίνεται, το πλάθεις, δεν είναι μισθός που απλώς υπάρχεις και σου έρχεται κάθε πρώτη του μηνός». Βέβαια ανακαλύπτει και κάτι ακόμα: ότι για να βαφούν αυγά, ακόμη και στην Νέα Οικονομία, απαιτείται κάτι παραπάνω από δύσοσμα, ηχηρά αέρια. Και έτσι κάνει ό,τι θα έκαναν τα στελέχη του χώρου: επιδιώκει μεταγραφή σε μία σοβαρότερη εταιρία.


Είναι σημαντικό ότι όλα αυτά συμβαίνουν στην Ελλάδα που ζούμε. Γιατί μπορεί μεν να μας είχε συναρπάσει το Disclosures του Μάικλ Κράιτον, είτε στο βιβλίο, είτε στην οθόνη, αλλά αυτά συνέβαιναν στην μακρινή Αμερική. Εδώ στην τεχνοψωροκώσταινα τα πράγματα ήταν διαφορετικά, πολύ αλλιώς και πολύ πιο χύμα – όπως μπουγάτσα στο χέρι – και αυτό αποτυπώνεται πολύ γλαφυρά στο Game Over, το πρώτο μυθιστόρημα του είδους, και της εποχής, και του Φώτη Καλαμαντή. Ακούγεται ως κλισέ, αλλά το βιβλίο αυτό είναι ότι πρέπει για να μαθαίνουν οι νεότεροι, που προσπαθούν να αλώσουν τον χώρο με την αλαζονεία του τζελ και των Prada, και να θυμούνται οι παλιότεροι, που με τα πρώτα χιόνια στα μαλλιά προσπαθούν απογοητευμένοι (αν δεν ανήκουν στους λίγους που έκαναν μία γερή μπάζα στις καμπούρες των αφελών) να καταλάβουν τι ακριβώς συνέβη, και να ανασυγκροτηθούν από αυτή την μισοτελειωμένη εμπειρία μέσα στον θαυμαστό καινούργιο κόσμο του Διαδικτύου. Είναι ένα χρονικό απ’ την αρχή έως το τέλος του παιχνιδιού.


Το Game Over διαβάζεται ευχάριστα και κρατάει την προσοχή του αναγνώστη. Έχει όμως και άλλες αρετές, ειδικά για πρώτο βιβλίο. Αποτυπώνει πολύ καλά τον χώρο της Πληροφορικής στην Ελλάδα, και ιδιαιτέρα τις εταιρίες που μεγάλωσαν εκείνη την περίεργη περίοδο, πήραν έργα διαθέτοντας ελάχιστη υποδομή, και έκαναν τζίρους. Παρουσιάζει επίσης ανάγλυφα όλα εκείνα τα στελέχη που ξαφνικά βρέθηκαν με παπούτσια δύο νούμερα μεγαλύτερα. Και βέβαια όλοι προσπαθούν να ανακαλύψουν την δύσκολη τέχνη της συνεργασίας και να πουλήσουν, κυρίως να πουλήσουν, πάση θυσία. Ο συγγραφέας εδώ απεικονίζει εξαιρετικά τις συνθήκες και τις διαδικασίες της σκληρής, της επιθετικής πώλησης, ιδίως όταν πουλάς παγάκια στους Εσκιμώους. Υπάρχει μία απολαυστική σκηνή στο βιβλίο, όταν ο ήρωας μας, προσπαθεί να πουλήσει σάιτ (πού πας χωρίς σάιτ ρε Χατζημήτρο;) σε μία ψαροταβέρνα, προσπαθώντας να πείσει τον ιδιοκτήτη ότι το μέλλον του κρέμεται από μία αποτελεσματική παρουσία στο Ιντερνετ.


Αυτό που επίσης σοκάρει είναι η χρήση της γλώσσας. Οι πωλητές δεν έχουν αποφοιτήσει από την Φιλοσοφική Αθηνών, ούτε έχουν ιδιαίτερες ανησυχίες για την γλώσσα. Έτσι διαβάζεις ότι «τα άτομα είναι χύμα στο κύμα...και τρελαίνομαι γιατί έχω φαει την κυρίλα με το κουτάλι!» -- και ξαφνικά συνειδητοποιείς: αυτή είναι η γλώσσα που μιλάμε σήμερα στην Ελλάδα; Και φρικάρεις [sic]!

Τι κάνει όμως ο Βασίλης Δελμούζος; Συνεχίζει να πουλάει σάιτ σε κομμώτριες; Όχι πια. Τώρα που έχει γνωρίσει τον χώρο, αφήνει τις ψαρόβαρκες και πιάνει δουλειά σε υπερωκεάνιο, εκεί όπου οι φουρτούνες είναι μεγαλύτερες. Τον περιμένουν μεγάλες σκοτούρες, με έργα, δύσκολους συνεργάτες, και αδιάφορα αφεντικά που μηχανορραφούν. Ευτυχώς που θα υπάρξει ένας άγγελος να τον βοηθήσει, και όχι μόνον...


Ομως, από την άλλη πλευρά της πλάστιγγας, βαραίνει και η οικογένειά του. Όταν ξεκίνησε αυτή την περιπέτεια, την είδε ως ένα προσωρινό καπρίτσιο, αλλά τι γίνεται τώρα που ζορίζεται, δεν ασχολείται με τη γυναίκα και το παιδί του, και επιπλέον τον περιτριγυρίζουν ένα σωρό πειρασμοί; Θα αντέξει ο γάμος που -- χωρίς να είναι συμβατικός -- μέσα σε μία νύχτα μπαίνει σε κρίση; Όπως όλοι γνωρίζουμε, η δουλειά δεν διαθέτει στεγανά, και τα προβλήματα πλημμυρίζουν όλη τη ζωή.


Γρήγορος ρυθμός, χιούμορ, και αναπόληση της παλιάς, καλής εποχής – τότε που ο συνδικαλισμός χρωμάτιζε την φοιτητική ζωή -- συνθέτουν τον καμβά του Game Over. Παρά τις κάποιες αδυναμίες του, όπως την κάπως μονόδρομη πλοκή, και ορισμένες ανισότητες στην γλώσσα, το μυθιστόρημα αυτό είναι τυλιγμένο στη γαλανόλευκη ιδιαιτερότητα. Σε πολλά σημεία ταυτίζεσαι, είτε με τον ήρωα, είτε με την ελληνική πραγματικότητα, και λες «Ναι έτσι είναι, κάπως έτσι μου έχει συμβεί και εμένα, τότε που ... και το χειρίστηκα...». Όμως ο Βασίλης Δελμούζος τι θα κάνει; Πιστεύω λοιπόν ότι αξίζει να διαβάσετε το Game Over για να το ανακαλύψετε, όπως επίσης να προβληματιστείτε με το πικρό τέλος για το πότε τελειώνει το παιχνίδι, ή το ταξίδι, και αν η διαδρομή έως εκεί αξίζει τον κόπο.