Τετάρτη, 14 Φεβρουαρίου 2007

Τα Μεταξωτά Βρακιά της Πληροφορικής


Game Over


Φώτης Καλαμαντής
Μυθιστόρημα
Εκδόσεις Κριτική, 2006
Σελίδες 315


Αν το 1998 είσαστε γύρω στα σαράντα και όχι τεχνοφοβικός, σίγουρα θα είχατε νοιώσει τα πρώτα δέκατα του μεγάλου ιντερνετικού πυρετού που ξέσπασε λίγο αργότερα. Δηλαδή την επιδημία της φούσκας των dot com, οι οποίες, λίγο μετά την μεγάλη χρηματιστηριακή αρπαχτή τελετουργία, έγιναν dot gone. Αυτό νοιώθει και ο Βασίλης Δελμούζος, και αποφασίζει να ασχοληθεί «με το Ιντερνετ». Όχι επειδή ενδιαφέρεται, αλλά επειδή βαριέται. Είκοσι χρόνια τώρα κάνει ηλεκτρομηχανολογικές μελέτες, έχει ένα γραφείο, βγάζει λεφτά, αλλά θέλει να ασχοληθεί με κάτι άλλο. Και επιχειρεί ένα παράτολμο, για την θέση του και την ηλικία του, πείραμα: ανοίγει τις μικρές αγγελίες και ψάχνει να βρει δουλειά σε μία εταιρία Πληροφορικής.


Το βάπτισμα του πυρός το παίρνει σε μία εταιρία που φτιάχνει ιστοσελίδες – με μία τεχνική εφάμιλλη εργαστηρίου μπουγάτσας – για ότι πετάει στην αγορά: από μπουτίκ κρεάτων και ψαράδικα μέχρι μεγάλες και σοβαρές κατασκευαστικές. Εκεί τα καταφέρνει μια χαρά και ανακαλύπτει ότι του αρέσει να πουλάει: «...το κάνω γατί μ’ αρέσει γιατί είναι μεγάλη τέχνη και άγρια δουλειά. Φτιάχνεις εισόδημα με τα χέρια σου, το βλέπεις να γίνεται, το πλάθεις, δεν είναι μισθός που απλώς υπάρχεις και σου έρχεται κάθε πρώτη του μηνός». Βέβαια ανακαλύπτει και κάτι ακόμα: ότι για να βαφούν αυγά, ακόμη και στην Νέα Οικονομία, απαιτείται κάτι παραπάνω από δύσοσμα, ηχηρά αέρια. Και έτσι κάνει ό,τι θα έκαναν τα στελέχη του χώρου: επιδιώκει μεταγραφή σε μία σοβαρότερη εταιρία.


Είναι σημαντικό ότι όλα αυτά συμβαίνουν στην Ελλάδα που ζούμε. Γιατί μπορεί μεν να μας είχε συναρπάσει το Disclosures του Μάικλ Κράιτον, είτε στο βιβλίο, είτε στην οθόνη, αλλά αυτά συνέβαιναν στην μακρινή Αμερική. Εδώ στην τεχνοψωροκώσταινα τα πράγματα ήταν διαφορετικά, πολύ αλλιώς και πολύ πιο χύμα – όπως μπουγάτσα στο χέρι – και αυτό αποτυπώνεται πολύ γλαφυρά στο Game Over, το πρώτο μυθιστόρημα του είδους, και της εποχής, και του Φώτη Καλαμαντή. Ακούγεται ως κλισέ, αλλά το βιβλίο αυτό είναι ότι πρέπει για να μαθαίνουν οι νεότεροι, που προσπαθούν να αλώσουν τον χώρο με την αλαζονεία του τζελ και των Prada, και να θυμούνται οι παλιότεροι, που με τα πρώτα χιόνια στα μαλλιά προσπαθούν απογοητευμένοι (αν δεν ανήκουν στους λίγους που έκαναν μία γερή μπάζα στις καμπούρες των αφελών) να καταλάβουν τι ακριβώς συνέβη, και να ανασυγκροτηθούν από αυτή την μισοτελειωμένη εμπειρία μέσα στον θαυμαστό καινούργιο κόσμο του Διαδικτύου. Είναι ένα χρονικό απ’ την αρχή έως το τέλος του παιχνιδιού.


Το Game Over διαβάζεται ευχάριστα και κρατάει την προσοχή του αναγνώστη. Έχει όμως και άλλες αρετές, ειδικά για πρώτο βιβλίο. Αποτυπώνει πολύ καλά τον χώρο της Πληροφορικής στην Ελλάδα, και ιδιαιτέρα τις εταιρίες που μεγάλωσαν εκείνη την περίεργη περίοδο, πήραν έργα διαθέτοντας ελάχιστη υποδομή, και έκαναν τζίρους. Παρουσιάζει επίσης ανάγλυφα όλα εκείνα τα στελέχη που ξαφνικά βρέθηκαν με παπούτσια δύο νούμερα μεγαλύτερα. Και βέβαια όλοι προσπαθούν να ανακαλύψουν την δύσκολη τέχνη της συνεργασίας και να πουλήσουν, κυρίως να πουλήσουν, πάση θυσία. Ο συγγραφέας εδώ απεικονίζει εξαιρετικά τις συνθήκες και τις διαδικασίες της σκληρής, της επιθετικής πώλησης, ιδίως όταν πουλάς παγάκια στους Εσκιμώους. Υπάρχει μία απολαυστική σκηνή στο βιβλίο, όταν ο ήρωας μας, προσπαθεί να πουλήσει σάιτ (πού πας χωρίς σάιτ ρε Χατζημήτρο;) σε μία ψαροταβέρνα, προσπαθώντας να πείσει τον ιδιοκτήτη ότι το μέλλον του κρέμεται από μία αποτελεσματική παρουσία στο Ιντερνετ.


Αυτό που επίσης σοκάρει είναι η χρήση της γλώσσας. Οι πωλητές δεν έχουν αποφοιτήσει από την Φιλοσοφική Αθηνών, ούτε έχουν ιδιαίτερες ανησυχίες για την γλώσσα. Έτσι διαβάζεις ότι «τα άτομα είναι χύμα στο κύμα...και τρελαίνομαι γιατί έχω φαει την κυρίλα με το κουτάλι!» -- και ξαφνικά συνειδητοποιείς: αυτή είναι η γλώσσα που μιλάμε σήμερα στην Ελλάδα; Και φρικάρεις [sic]!

Τι κάνει όμως ο Βασίλης Δελμούζος; Συνεχίζει να πουλάει σάιτ σε κομμώτριες; Όχι πια. Τώρα που έχει γνωρίσει τον χώρο, αφήνει τις ψαρόβαρκες και πιάνει δουλειά σε υπερωκεάνιο, εκεί όπου οι φουρτούνες είναι μεγαλύτερες. Τον περιμένουν μεγάλες σκοτούρες, με έργα, δύσκολους συνεργάτες, και αδιάφορα αφεντικά που μηχανορραφούν. Ευτυχώς που θα υπάρξει ένας άγγελος να τον βοηθήσει, και όχι μόνον...


Ομως, από την άλλη πλευρά της πλάστιγγας, βαραίνει και η οικογένειά του. Όταν ξεκίνησε αυτή την περιπέτεια, την είδε ως ένα προσωρινό καπρίτσιο, αλλά τι γίνεται τώρα που ζορίζεται, δεν ασχολείται με τη γυναίκα και το παιδί του, και επιπλέον τον περιτριγυρίζουν ένα σωρό πειρασμοί; Θα αντέξει ο γάμος που -- χωρίς να είναι συμβατικός -- μέσα σε μία νύχτα μπαίνει σε κρίση; Όπως όλοι γνωρίζουμε, η δουλειά δεν διαθέτει στεγανά, και τα προβλήματα πλημμυρίζουν όλη τη ζωή.


Γρήγορος ρυθμός, χιούμορ, και αναπόληση της παλιάς, καλής εποχής – τότε που ο συνδικαλισμός χρωμάτιζε την φοιτητική ζωή -- συνθέτουν τον καμβά του Game Over. Παρά τις κάποιες αδυναμίες του, όπως την κάπως μονόδρομη πλοκή, και ορισμένες ανισότητες στην γλώσσα, το μυθιστόρημα αυτό είναι τυλιγμένο στη γαλανόλευκη ιδιαιτερότητα. Σε πολλά σημεία ταυτίζεσαι, είτε με τον ήρωα, είτε με την ελληνική πραγματικότητα, και λες «Ναι έτσι είναι, κάπως έτσι μου έχει συμβεί και εμένα, τότε που ... και το χειρίστηκα...». Όμως ο Βασίλης Δελμούζος τι θα κάνει; Πιστεύω λοιπόν ότι αξίζει να διαβάσετε το Game Over για να το ανακαλύψετε, όπως επίσης να προβληματιστείτε με το πικρό τέλος για το πότε τελειώνει το παιχνίδι, ή το ταξίδι, και αν η διαδρομή έως εκεί αξίζει τον κόπο.


4 σχόλια:

spiretos72 είπε...

Καλό μου φαίνετε αυτό. Θα το πάρω :-)

Αλλά πείται μου εσείς που φαίνεται να τα ξέρετε αυτά: έχει εργαστεί όντως ο συγγραφέας στην αγορά πληροφορικής στην Ελλάδα? Η' περιγράφει καταστάσεις που του έχουν μεταφερθεί?

GAME OVER είπε...

Ο συγγραφέας σας διαβεβαιώνει πως ό,τι γράφει στο Game Over έχει τη σφραγίδα του αυθεντικού. Εν πάσει περιπτώσει η μυθιστοριογραφία (δεν λέω λογοτεχνία από αυτεπίγνωση) αυτό ακριβώς τον ρόλο έχει: Να μας προσφέρει καταστάσεις και χαρακτήρες αναγνωρίσιμους, αλλά όχι αναγκαστικά υπαρκτούς.
Εργάζομαι στο χώρο των νέων τεχνολογιών από το 1998 και σας ευχαριστώ που ασχολείστε μαζί μου.
Τιμή μου.
Φώτης Καλαμαντής

spiretos72 είπε...

Λοιπόν το διάβασα :-) Ωραίο ήταν!

Δύο σημαία μόνο:

1. Η ιστορία με την Σούπερσταρ. Παιζόνταν τέτειες φάσεις?? Χαμπάρι δεν πήρα!

2. Λίγο παρατραβηγμένη η ιστορία με την Βετανετ. Όπως και όλη η συμπεριφορά των χαρακτήρων. Ο Διευθύνων Σύμβουλοε που δεν τον πολυένοιαζε αν θα τον βγάλουν εκπτωτο, το ΔΣ επίσης, ο PM που αντί να συμβιβαστεί με την Βετανετ την είδε σταυροφόρος, τα λάθη στο presales, το πόσο αργά το πήραν χαμπάρι (καλά δεν είδαν στο άνοιγμα των τεχνικών τι προσέφεραν οι άλλοι??), το τεράστιο ποσοστό του υπεργολάβου, το πρόβλημα με το support..

Πάντως το διάβασα σε μια μέρα :-)

Ανώνυμος είπε...

Σε κάθε περίπτωση ο συγγραφέας φαίνεται να μην έχει σχέση με την πληροφορική και θίγει ένα θέμα που είναι παντελώς άσχετος!!